• Reply to: Απ' τον Ελ Σιντ στον Υπουργό: οι αναμενόμενες χειρονομίες του άρχοντα

    Ο Ροντρίγκο Ντίαζ ντε Βιβάρ έγινε γνωστός στην Ισπανία του ια΄ αιώνα ως Ελ Σιντ (απ’ το αραβικό al-Sayyid, που πάει να πει ο Άρχων). Η φήμη που απέκτησε όσο ζούσε επεστέφη ηρωικότερα ακόμα με την παράδοση που θέλει τη χήρα του, Χιμένα, να δίνει την εντολή να στερεωθεί το πάνοπλο νεκρό του σώμα πάνω στ’ άλογό του, κι έτσι έφιππος, καίτοι νεκρός, ο Ελ Σιντ να οδηγήσει τους υπερασπιστές της Βαλένθια σ’ έξοδο εναντίον των Μαυριτανών πολιορκητών της. Ο Ελ Σιντ είχε καταστεί ένα σύμβολο, και μολονότι είχε εγκαταλείψει τα δεσμά αυτού του κόσμου, δεν είχε ακόμα εγκαταλείψει τα δεσμά του ρόλου του ως άρχοντος, όσα δηλαδή ανέμεναν από ’κείνον όσοι προσδοκούσαν μεγάλα κατορθώματα υπό την ηγεσία του. Συνάμα, μολονότι πλέον δεν διέθετε καμία φυσική δυνατότητα να πολεμήσει κι η πανοπλία του δεν εξυπηρετούσε καμίαν αμυντική ανάγκη προστασίας της σωματικής του ακεραιότητας, αφού ο ίδιος είχε πια πεθάνει, είχε εντούτοις περιβληθεί μιαν ακόμα ισχυρότερη νοητή πανοπλία, τη συμβολική περιβολή της εξουσίας, που υπηρετεί ανώτερες προτεραιότητες και καθίσταται κίνητρο για δράση στα μάτια όσων αντικρίζουν τον άρχοντα τους να ηγείται.

     

    Ο υπουργός Παναγιώτης Κουρουμπλής είναι τυφλός, όπως όλοι γνωρίζουμε. Τον είδα σε ρεπορτάζ να επισκέπτεται την αττική ακτή, να επιβαίνει σε άκατο, και να περιπλέει την ακτή, υποθέτω ως είθισται όταν υπουργοί που έχουν την όρασή τους επισκέπτονται έναν τόπο καταστροφής για να εξετάσουν ιδίοις όμμασιν την έκταση της καταστροφής. Ο υπουργός, όμως, δεν θα μπορούσε να δει τίποτα επιβάς στην άκατο. Τότε γιατί επέβη;

     

    Αυτό ήταν μια δημόσια χειρονομία συμβολικού χαρακτήρα. Είναι αναμενόμενο, βλέπετε, απ’ τον εκάστοτε υπουργό να επισκέπτεται τέτοιους τόπους, ώστε να καταστεί σαφές στους πολίτες ότι απέκτησε από πρώτο χέρι εμπειρία του συγκεκριμένου προβλήματος, και μπορεί πλέον να εκτιμήσει τις διαστάσεις του, να δώσει τις δέουσες εντολές, ν’ ασκήσει δηλαδή την εξουσία του και την εποπτεία επί των αρμοδίων οργάνων. Δεν λησμονώ τον Κώστα Καραμανλή να ενδύεται το μάχιμο τζάκετ του και να παίρνει το ελικόπτερο, ώστε να πετάξει πάνω απ’ τις πυρκαγιές του 2007. Δεν θα λησμονήσω ακόμα και τις απολύτως άστοχες μομφές που δέχθηκε απ’ την αντιπολίτευση ο Αλέξης Τσίπρας όταν δεν προέβη σ’ ανάλογη ενέργεια, κάτι που θα ήταν εκτός από μάταιο καί επικίνδυνο, εν μέσω ισχυρών ανέμων που ύψωναν στήλες καπνού που δυσχέραιναν ακόμα και τις πτήσεις των αεροσκαφών πυρόσβεσης. Τα ίδια άκουσε κι ο Εμανούελ Μακρόν προσφάτως με τον τυφώνα Ίρμα να πλήττει γαλλικές κτήσεις στην Καραϊβική, και κάποιους ν’ απαιτούν αφρόνως να πετάξει επιτόπου ο πρόεδρος της ευρωπαϊκής υπερδύναμης εν μέσω του χειρότερου τυφώνα ever recorded. Και τέλος δεν μπορώ να λησμονήσω την επίσκεψη Τραμπ (περίπου αλλά όχι ακριβώς) στις πληγείσες περιοχές του Τέξας απ’ τον τυφώνα Χάρβεϋ, όπου ο πρόεδρος εκφώνησε με ντουντούκα ομιλία από την καρότσα αυτοκινήτου σε κάποιο πάρκινγκ (παρατηρώντας εντυπωσιασμένος “What a crowd! What a turnout!”), ενώ τα οχήματα της συνοδείας του είχαν φτιάξει τετράγωνο κλοιό, σαν να τον προστάτευαν από την επέλαση τίποτα ζόμπι. Στην ίδια επίσκεψη, η Μελάνια φωτογραφήθηκε να φορά γόβες στιλέτο, because κιουρία.

     

    Όμως ο Παναγιώτης Κουρουμπλής είναι τυφλός, και δεν βάζω με τον νου μου ποιός θα τολμούσε να τον ψέξει εάν δεν κατέβαινε να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι την έκταση του προβλήματος. Η κοινωνία μας είναι σφοδρότατα ρατσιστική απέναντι στα άτομα με ειδικές ανάγκες, και μολονότι θα μου ήταν αδιανόητο, δεν θα εκπλησσόμουν εάν εμφανιζόταν κάποιος εκπρόσωπος κόμματος να ρωτήσει γιατί άραγε ο υπουργός «δεν κατέβηκε ακόμα να δει την τραγωδία»—κάτι που θα ’ταν ασφαλώς γκάφα μεγίστης ολκής.

     

    Θα ισχυριστεί, όμως, κάποιος πως οι ίδιοι κανόνες (πρέπει να) ισχύουν για όλους τους υπουργούς, ακόμη κι όταν είναι άτομα με ειδικές ανάγκες, αλλ’ εδώ η εφαρμογή αυτού του κανόνα καθίσταται κενή ουσιώδους περιεχομένου, παρά μόνον συμβολικού, αφού ό,τι κι αν του περιγράψουν οι συνοδοί του, αυτό θα μπορούσε να συμβεί και χωρίς να βάλουν τον υπουργό στην άκατο για περίπλου επιθεώρησης. Στη στεριά, εκεί, ναι, σ’ ένα γραφείο. Προσέξτε τώρα πώς συμπεριφέρεται η γλώσσα μας απέναντι στους τυφλούς: «άσκηση εποπτείας», «επιθεώρηση», «εξέταση ιδίοις όμμασι», όλες αυτές οι λέξεις προϋποθέτουν την όραση, καθώς προέρχονται από σύνθετα του ρήματος οράω/-ώ, σαν να μην νοείται τυφλός άρχων.

     

    Γίνεται αντιληπτό, λοιπόν, πόσο δέσμιοι αισθάνονται οι άρχοντες απέναντι στις συμβάσεις που περιγράφουν το τί είν’ αναμενόμενο από ’κείνους όταν βρεθούν μπροστά στα μάτια των αρχομένων, και κυρίως όταν απαιτείται το ίδιο το να βρεθούν μπροστά στα μάτια των αρχομένων—γι’ αυτό άλλωστε όλο τούτο συνέβη σε μισό μέτρο απ’ τις κάμερες, για να καταγραφεί σε εικόνα κι έτσι να το δουν οι πολίτες.

     

    Άρχοντες κι αρχόμενοι συμπλέκονται καθημερινά σ’ έναν διάλογο εικόνων που εκφράζεται μέσα από χειρονομίες δημόσιου χαρακτήρα, το συμβολικό νόημα των οποίων είναι σε θέση να το αποκωδικοποιήσουν αμφότεροι. Αυτό συμβαίνει γιατί ανήκουν στην ίδια κοινότητα ανθρώπων που ονομάζεται «συναισθηματική κοινότητα», και όλα τα μέλη της μοιράζονται πάνω κάτω τις ίδιες αντιλήψεις για το ποιά είναι η αναμενόμενη αντίδραση και συμπεριφορά του καθενός απέναντι σε κάποιο γεγονός, των αρχόντων ιδιαίτερα επειδή είναι προβεβλημένα μέλη της, πώς δηλαδή είναι παραδεκτό και πώς απαράδεκτο να εκδηλώνει κανείς την τοποθέτησή του απέναντι στα πράγματα, λ.χ. επιδοκιμασία, αποδοκιμασία, πένθος, χαρά, θυμό, οδύνη, ελπίδα, μεταμέλεια, φόβο, κ.ο.κ.

     

    Η πρακτική ουσία της υπουργικής πρωτοβουλίας για την αντιμετώπιση της πετρελαϊκής μόλυνσης θα μπορούσε να υλοποιηθεί κι απ’ το γραφείο του στο υπουργείο. Θα μπορούσε από ’κει να κατευθύνει τις δέουσες δράσεις των οργάνων—όπως είμαι βέβαιος πως έκανε—χωρίς να χάσει ανθρωποώρες κατεβαίνοντας στην ακτή.  Όμως για λόγους που σχετίζονται μ’ αυτόν τον αιώνιο συμβολικό διάλογο αρχόντων κι αρχομένων έπρεπε να στηθεί το θέαμα της αυτοπρόσωπης επίσκεψης, το οποίο θέαμα ασφαλώς ο ίδιος ο πρωταγωνιστής άρχων δεν θα μπορούσε να το δει, αλλά τούτο δεν σημαίνει πως δεν γνωρίζει ή πως δεν είναι πρόθυμος να υποδυθεί τον αναμενόμενο ρόλο του, έστω κι αν δεν έχει ουσιαστικό νόημα παρά μόνον συμβολικό.

     

    Μια τέτοια υποβάθμιση της αξίας του νοήματος της κίνησης θα ήταν μια εσφαλμένη παραδοχή, διότι η πρακτικότητα δεν είναι το μόνο κριτήριο που καθορίζει την αξία μιας πράξης. Κι αυτό γιατί το συμβολικό είν’ απολύτως ουσιώδες για τον άρχοντα επειδή το απαιτεί ο αρχόμενος, κι ο απώτερος σκοπός του συμβολικού διαλόγου είναι να επιβεβαιώνει και να ενισχύει τη διάκριση των ρόλων άρχοντα κι αρχομένου, κυριότατα διατηρώντας τον πρώτο στην εξουσία και αλώβητη την εικόνα της ομαλής διοίκησης στα μάτια του δευτέρου.

     

    Διότι εάν δεν μπορείς να λύσεις εκείνην τη στιγμή ένα πρόβλημα, τουλάχιστον αξίζει τον κόπο να φανεί ότι εκκινείς τη διαδικασία επίλυσής του, και βεβαίως ενώπιον του δήμου στην Αγορά της πόλης, ή στον ιππόδρομο της Ρώμης, ή ενώπιον της κάμερας στις μέρες μας, αφού στο γραφείο δεν θα σ’ έβλεπε κανείς. Ή για να το πω αλλιώς, όταν σκοπεύεις ν’ αρχίσεις να το λύνεις, έχεις πολλά περισσότερα να ωφεληθείς όταν αυτό συμβεί ενώπιον της κοινότητας που περιμένει να σε δει ν’ ασκείς την εξουσία που σου έδωσε.

     

    Ένας τυφλός που επιθεωρεί το πεδίο δεν είναι περισσότερο μάταιο από ’ναν άθεο που κάνει τον σταυρό του, τώρα που έγινε πρωθυπουργός, ενώ ο ιερέας τον ραντίζει μ’ αγιασμό, ή από ’ναν που προαλείφεται για πρωθυπουργός κι επισκέπτεται το Άγιον Όρος όπου υπό το φως κηρίων κουτσοψέλνει σε μιαν αγρυπνία διαβάζοντας από ’να βιβλίο που του φέρανε ενώ τον είχαν στήσει σ’ ένα θρόνο, κι έπειτα σπάει αχρείαστο χαμόγελο και πετά πλάγιο βλέμμα στις κάμερες που τον συνόδευσαν στο μοναστήρι. Όπως όλους μας άλλωστε μας συνοδεύουν κάμερες όταν αναζητούμε κατανυκτικά την μυστηριακή πνευματικότητα του Όρους (#not).

     

    Αν κάτι ποτέ δεν κάνουν οι πολιτικοί μας είναι ν’ αγνοήσουν μιαν ευκαιρία να προβληθούν ως άρχοντες που ασκούν την εξουσία τους ενώπιον μιας κάμερας. Δεν είναι κακό,ž είναι αναμενόμενο.

    Στέλιος Ιατρού
  • Reply to: Απ' τον Ελ Σιντ στον Υπουργό: οι αναμενόμενες χειρονομίες του άρχοντα

    Ο Ροντρίγκο Ντίαζ ντε Βιβάρ έγινε γνωστός στην Ισπανία του ια΄ αιώνα ως Ελ Σιντ (απ’ το αραβικό al-Sayyid, που πάει να πει ο Άρχων). Η φήμη που απέκτησε όσο ζούσε επεστέφη ηρωικότερα ακόμα με την παράδοση που θέλει τη χήρα του, Χιμένα, να δίνει την εντολή να στερεωθεί το πάνοπλο νεκρό του σώμα πάνω στ’ άλογό του, κι έτσι έφιππος, καίτοι νεκρός, ο Ελ Σιντ να οδηγήσει τους υπερασπιστές της Βαλένθια σ’ έξοδο εναντίον των Μαυριτανών πολιορκητών της. Ο Ελ Σιντ είχε καταστεί ένα σύμβολο, και μολονότι είχε εγκαταλείψει τα δεσμά αυτού του κόσμου, δεν είχε ακόμα εγκαταλείψει τα δεσμά του ρόλου του ως άρχοντος, όσα δηλαδή ανέμεναν από ’κείνον όσοι προσδοκούσαν μεγάλα κατορθώματα υπό την ηγεσία του. Συνάμα, μολονότι πλέον δεν διέθετε καμία φυσική δυνατότητα να πολεμήσει κι η πανοπλία του δεν εξυπηρετούσε καμίαν αμυντική ανάγκη προστασίας της σωματικής του ακεραιότητας, αφού ο ίδιος είχε πια πεθάνει, είχε εντούτοις περιβληθεί μιαν ακόμα ισχυρότερη νοητή πανοπλία, τη συμβολική περιβολή της εξουσίας, που υπηρετεί ανώτερες προτεραιότητες και καθίσταται κίνητρο για δράση στα μάτια όσων αντικρίζουν τον άρχοντα τους να ηγείται.

     

    Ο υπουργός Παναγιώτης Κουρουμπλής είναι τυφλός, όπως όλοι γνωρίζουμε. Τον είδα σε ρεπορτάζ να επισκέπτεται την αττική ακτή, να επιβαίνει σε άκατο, και να περιπλέει την ακτή, υποθέτω ως είθισται όταν υπουργοί που έχουν την όρασή τους επισκέπτονται έναν τόπο καταστροφής για να εξετάσουν ιδίοις όμμασιν την έκταση της καταστροφής. Ο υπουργός, όμως, δεν θα μπορούσε να δει τίποτα επιβάς στην άκατο. Τότε γιατί επέβη;

     

    Αυτό ήταν μια δημόσια χειρονομία συμβολικού χαρακτήρα. Είναι αναμενόμενο, βλέπετε, απ’ τον εκάστοτε υπουργό να επισκέπτεται τέτοιους τόπους, ώστε να καταστεί σαφές στους πολίτες ότι απέκτησε από πρώτο χέρι εμπειρία του συγκεκριμένου προβλήματος, και μπορεί πλέον να εκτιμήσει τις διαστάσεις του, να δώσει τις δέουσες εντολές, ν’ ασκήσει δηλαδή την εξουσία του και την εποπτεία επί των αρμοδίων οργάνων. Δεν λησμονώ τον Κώστα Καραμανλή να ενδύεται το μάχιμο τζάκετ του και να παίρνει το ελικόπτερο, ώστε να πετάξει πάνω απ’ τις πυρκαγιές του 2007. Δεν θα λησμονήσω ακόμα και τις απολύτως άστοχες μομφές που δέχθηκε απ’ την αντιπολίτευση ο Αλέξης Τσίπρας όταν δεν προέβη σ’ ανάλογη ενέργεια, κάτι που θα ήταν εκτός από μάταιο καί επικίνδυνο, εν μέσω ισχυρών ανέμων που ύψωναν στήλες καπνού που δυσχέραιναν ακόμα και τις πτήσεις των αεροσκαφών πυρόσβεσης. Τα ίδια άκουσε κι ο Εμανούελ Μακρόν προσφάτως με τον τυφώνα Ίρμα να πλήττει γαλλικές κτήσεις στην Καραϊβική, και κάποιους ν’ απαιτούν αφρόνως να πετάξει επιτόπου ο πρόεδρος της ευρωπαϊκής υπερδύναμης εν μέσω του χειρότερου τυφώνα ever recorded. Και τέλος δεν μπορώ να λησμονήσω την επίσκεψη Τραμπ (περίπου αλλά όχι ακριβώς) στις πληγείσες περιοχές του Τέξας απ’ τον τυφώνα Χάρβεϋ, όπου ο πρόεδρος εκφώνησε με ντουντούκα ομιλία από την καρότσα αυτοκινήτου σε κάποιο πάρκινγκ (παρατηρώντας εντυπωσιασμένος “What a crowd! What a turnout!”), ενώ τα οχήματα της συνοδείας του είχαν φτιάξει τετράγωνο κλοιό, σαν να τον προστάτευαν από την επέλαση τίποτα ζόμπι. Στην ίδια επίσκεψη, η Μελάνια φωτογραφήθηκε να φορά γόβες στιλέτο, because κιουρία.

     

    Όμως ο Παναγιώτης Κουρουμπλής είναι τυφλός, και δεν βάζω με τον νου μου ποιός θα τολμούσε να τον ψέξει εάν δεν κατέβαινε να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι την έκταση του προβλήματος. Η κοινωνία μας είναι σφοδρότατα ρατσιστική απέναντι στα άτομα με ειδικές ανάγκες, και μολονότι θα μου ήταν αδιανόητο, δεν θα εκπλησσόμουν εάν εμφανιζόταν κάποιος εκπρόσωπος κόμματος να ρωτήσει γιατί άραγε ο υπουργός «δεν κατέβηκε ακόμα να δει την τραγωδία»—κάτι που θα ’ταν ασφαλώς γκάφα μεγίστης ολκής.

     

    Θα ισχυριστεί, όμως, κάποιος πως οι ίδιοι κανόνες (πρέπει να) ισχύουν για όλους τους υπουργούς, ακόμη κι όταν είναι άτομα με ειδικές ανάγκες, αλλ’ εδώ η εφαρμογή αυτού του κανόνα καθίσταται κενή ουσιώδους περιεχομένου, παρά μόνον συμβολικού, αφού ό,τι κι αν του περιγράψουν οι συνοδοί του, αυτό θα μπορούσε να συμβεί και χωρίς να βάλουν τον υπουργό στην άκατο για περίπλου επιθεώρησης. Στη στεριά, εκεί, ναι, σ’ ένα γραφείο. Προσέξτε τώρα πώς συμπεριφέρεται η γλώσσα μας απέναντι στους τυφλούς: «άσκηση εποπτείας», «επιθεώρηση», «εξέταση ιδίοις όμμασι», όλες αυτές οι λέξεις προϋποθέτουν την όραση, καθώς προέρχονται από σύνθετα του ρήματος οράω/-ώ, σαν να μην νοείται τυφλός άρχων.

     

    Γίνεται αντιληπτό, λοιπόν, πόσο δέσμιοι αισθάνονται οι άρχοντες απέναντι στις συμβάσεις που περιγράφουν το τί είν’ αναμενόμενο από ’κείνους όταν βρεθούν μπροστά στα μάτια των αρχομένων, και κυρίως όταν απαιτείται το ίδιο το να βρεθούν μπροστά στα μάτια των αρχομένων—γι’ αυτό άλλωστε όλο τούτο συνέβη σε μισό μέτρο απ’ τις κάμερες, για να καταγραφεί σε εικόνα κι έτσι να το δουν οι πολίτες.

     

    Άρχοντες κι αρχόμενοι συμπλέκονται καθημερινά σ’ έναν διάλογο εικόνων που εκφράζεται μέσα από χειρονομίες δημόσιου χαρακτήρα, το συμβολικό νόημα των οποίων είναι σε θέση να το αποκωδικοποιήσουν αμφότεροι. Αυτό συμβαίνει γιατί ανήκουν στην ίδια κοινότητα ανθρώπων που ονομάζεται «συναισθηματική κοινότητα», και όλα τα μέλη της μοιράζονται πάνω κάτω τις ίδιες αντιλήψεις για το ποιά είναι η αναμενόμενη αντίδραση και συμπεριφορά του καθενός απέναντι σε κάποιο γεγονός, των αρχόντων ιδιαίτερα επειδή είναι προβεβλημένα μέλη της, πώς δηλαδή είναι παραδεκτό και πώς απαράδεκτο να εκδηλώνει κανείς την τοποθέτησή του απέναντι στα πράγματα, λ.χ. επιδοκιμασία, αποδοκιμασία, πένθος, χαρά, θυμό, οδύνη, ελπίδα, μεταμέλεια, φόβο, κ.ο.κ.

     

    Η πρακτική ουσία της υπουργικής πρωτοβουλίας για την αντιμετώπιση της πετρελαϊκής μόλυνσης θα μπορούσε να υλοποιηθεί κι απ’ το γραφείο του στο υπουργείο. Θα μπορούσε από ’κει να κατευθύνει τις δέουσες δράσεις των οργάνων—όπως είμαι βέβαιος πως έκανε—χωρίς να χάσει ανθρωποώρες κατεβαίνοντας στην ακτή.  Όμως για λόγους που σχετίζονται μ’ αυτόν τον αιώνιο συμβολικό διάλογο αρχόντων κι αρχομένων έπρεπε να στηθεί το θέαμα της αυτοπρόσωπης επίσκεψης, το οποίο θέαμα ασφαλώς ο ίδιος ο πρωταγωνιστής άρχων δεν θα μπορούσε να το δει, αλλά τούτο δεν σημαίνει πως δεν γνωρίζει ή πως δεν είναι πρόθυμος να υποδυθεί τον αναμενόμενο ρόλο του, έστω κι αν δεν έχει ουσιαστικό νόημα παρά μόνον συμβολικό.

     

    Μια τέτοια υποβάθμιση της αξίας του νοήματος της κίνησης θα ήταν μια εσφαλμένη παραδοχή, διότι η πρακτικότητα δεν είναι το μόνο κριτήριο που καθορίζει την αξία μιας πράξης. Κι αυτό γιατί το συμβολικό είν’ απολύτως ουσιώδες για τον άρχοντα επειδή το απαιτεί ο αρχόμενος, κι ο απώτερος σκοπός του συμβολικού διαλόγου είναι να επιβεβαιώνει και να ενισχύει τη διάκριση των ρόλων άρχοντα κι αρχομένου, κυριότατα διατηρώντας τον πρώτο στην εξουσία και αλώβητη την εικόνα της ομαλής διοίκησης στα μάτια του δευτέρου.

     

    Διότι εάν δεν μπορείς να λύσεις εκείνην τη στιγμή ένα πρόβλημα, τουλάχιστον αξίζει τον κόπο να φανεί ότι εκκινείς τη διαδικασία επίλυσής του, και βεβαίως ενώπιον του δήμου στην Αγορά της πόλης, ή στον ιππόδρομο της Ρώμης, ή ενώπιον της κάμερας στις μέρες μας, αφού στο γραφείο δεν θα σ’ έβλεπε κανείς. Ή για να το πω αλλιώς, όταν σκοπεύεις ν’ αρχίσεις να το λύνεις, έχεις πολλά περισσότερα να ωφεληθείς όταν αυτό συμβεί ενώπιον της κοινότητας που περιμένει να σε δει ν’ ασκείς την εξουσία που σου έδωσε.

     

    Ένας τυφλός που επιθεωρεί το πεδίο δεν είναι περισσότερο μάταιο από ’ναν άθεο που κάνει τον σταυρό του, τώρα που έγινε πρωθυπουργός, ενώ ο ιερέας τον ραντίζει μ’ αγιασμό, ή από ’ναν που προαλείφεται για πρωθυπουργός κι επισκέπτεται το Άγιον Όρος όπου υπό το φως κηρίων κουτσοψέλνει σε μιαν αγρυπνία διαβάζοντας από ’να βιβλίο που του φέρανε ενώ τον είχαν στήσει σ’ ένα θρόνο, κι έπειτα σπάει αχρείαστο χαμόγελο και πετά πλάγιο βλέμμα στις κάμερες που τον συνόδευσαν στο μοναστήρι. Όπως όλους μας άλλωστε μας συνοδεύουν κάμερες όταν αναζητούμε κατανυκτικά την μυστηριακή πνευματικότητα του Όρους (#not).

     

    Αν κάτι ποτέ δεν κάνουν οι πολιτικοί μας είναι ν’ αγνοήσουν μιαν ευκαιρία να προβληθούν ως άρχοντες που ασκούν την εξουσία τους ενώπιον μιας κάμερας. Δεν είναι κακό,ž είναι αναμενόμενο.

    Στέλιος Ιατρού
  • Reply to: Απ' τον Ελ Σιντ στον Υπουργό: οι αναμενόμενες χειρονομίες του άρχοντα

    Ο Ροντρίγκο Ντίαζ ντε Βιβάρ έγινε γνωστός στην Ισπανία του ια΄ αιώνα ως Ελ Σιντ (απ’ το αραβικό al-Sayyid, που πάει να πει ο Άρχων). Η φήμη που απέκτησε όσο ζούσε επεστέφη ηρωικότερα ακόμα με την παράδοση που θέλει τη χήρα του, Χιμένα, να δίνει την εντολή να στερεωθεί το πάνοπλο νεκρό του σώμα πάνω στ’ άλογό του, κι έτσι έφιππος, καίτοι νεκρός, ο Ελ Σιντ να οδηγήσει τους υπερασπιστές της Βαλένθια σ’ έξοδο εναντίον των Μαυριτανών πολιορκητών της. Ο Ελ Σιντ είχε καταστεί ένα σύμβολο, και μολονότι είχε εγκαταλείψει τα δεσμά αυτού του κόσμου, δεν είχε ακόμα εγκαταλείψει τα δεσμά του ρόλου του ως άρχοντος, όσα δηλαδή ανέμεναν από ’κείνον όσοι προσδοκούσαν μεγάλα κατορθώματα υπό την ηγεσία του. Συνάμα, μολονότι πλέον δεν διέθετε καμία φυσική δυνατότητα να πολεμήσει κι η πανοπλία του δεν εξυπηρετούσε καμίαν αμυντική ανάγκη προστασίας της σωματικής του ακεραιότητας, αφού ο ίδιος είχε πια πεθάνει, είχε εντούτοις περιβληθεί μιαν ακόμα ισχυρότερη νοητή πανοπλία, τη συμβολική περιβολή της εξουσίας, που υπηρετεί ανώτερες προτεραιότητες και καθίσταται κίνητρο για δράση στα μάτια όσων αντικρίζουν τον άρχοντα τους να ηγείται.

     

    Ο υπουργός Παναγιώτης Κουρουμπλής είναι τυφλός, όπως όλοι γνωρίζουμε. Τον είδα σε ρεπορτάζ να επισκέπτεται την αττική ακτή, να επιβαίνει σε άκατο, και να περιπλέει την ακτή, υποθέτω ως είθισται όταν υπουργοί που έχουν την όρασή τους επισκέπτονται έναν τόπο καταστροφής για να εξετάσουν ιδίοις όμμασιν την έκταση της καταστροφής. Ο υπουργός, όμως, δεν θα μπορούσε να δει τίποτα επιβάς στην άκατο. Τότε γιατί επέβη;

     

    Αυτό ήταν μια δημόσια χειρονομία συμβολικού χαρακτήρα. Είναι αναμενόμενο, βλέπετε, απ’ τον εκάστοτε υπουργό να επισκέπτεται τέτοιους τόπους, ώστε να καταστεί σαφές στους πολίτες ότι απέκτησε από πρώτο χέρι εμπειρία του συγκεκριμένου προβλήματος, και μπορεί πλέον να εκτιμήσει τις διαστάσεις του, να δώσει τις δέουσες εντολές, ν’ ασκήσει δηλαδή την εξουσία του και την εποπτεία επί των αρμοδίων οργάνων. Δεν λησμονώ τον Κώστα Καραμανλή να ενδύεται το μάχιμο τζάκετ του και να παίρνει το ελικόπτερο, ώστε να πετάξει πάνω απ’ τις πυρκαγιές του 2007. Δεν θα λησμονήσω ακόμα και τις απολύτως άστοχες μομφές που δέχθηκε απ’ την αντιπολίτευση ο Αλέξης Τσίπρας όταν δεν προέβη σ’ ανάλογη ενέργεια, κάτι που θα ήταν εκτός από μάταιο καί επικίνδυνο, εν μέσω ισχυρών ανέμων που ύψωναν στήλες καπνού που δυσχέραιναν ακόμα και τις πτήσεις των αεροσκαφών πυρόσβεσης. Τα ίδια άκουσε κι ο Εμανούελ Μακρόν προσφάτως με τον τυφώνα Ίρμα να πλήττει γαλλικές κτήσεις στην Καραϊβική, και κάποιους ν’ απαιτούν αφρόνως να πετάξει επιτόπου ο πρόεδρος της ευρωπαϊκής υπερδύναμης εν μέσω του χειρότερου τυφώνα ever recorded. Και τέλος δεν μπορώ να λησμονήσω την επίσκεψη Τραμπ (περίπου αλλά όχι ακριβώς) στις πληγείσες περιοχές του Τέξας απ’ τον τυφώνα Χάρβεϋ, όπου ο πρόεδρος εκφώνησε με ντουντούκα ομιλία από την καρότσα αυτοκινήτου σε κάποιο πάρκινγκ (παρατηρώντας εντυπωσιασμένος “What a crowd! What a turnout!”), ενώ τα οχήματα της συνοδείας του είχαν φτιάξει τετράγωνο κλοιό, σαν να τον προστάτευαν από την επέλαση τίποτα ζόμπι. Στην ίδια επίσκεψη, η Μελάνια φωτογραφήθηκε να φορά γόβες στιλέτο, because κιουρία.

     

    Όμως ο Παναγιώτης Κουρουμπλής είναι τυφλός, και δεν βάζω με τον νου μου ποιός θα τολμούσε να τον ψέξει εάν δεν κατέβαινε να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι την έκταση του προβλήματος. Η κοινωνία μας είναι σφοδρότατα ρατσιστική απέναντι στα άτομα με ειδικές ανάγκες, και μολονότι θα μου ήταν αδιανόητο, δεν θα εκπλησσόμουν εάν εμφανιζόταν κάποιος εκπρόσωπος κόμματος να ρωτήσει γιατί άραγε ο υπουργός «δεν κατέβηκε ακόμα να δει την τραγωδία»—κάτι που θα ’ταν ασφαλώς γκάφα μεγίστης ολκής.

     

    Θα ισχυριστεί, όμως, κάποιος πως οι ίδιοι κανόνες (πρέπει να) ισχύουν για όλους τους υπουργούς, ακόμη κι όταν είναι άτομα με ειδικές ανάγκες, αλλ’ εδώ η εφαρμογή αυτού του κανόνα καθίσταται κενή ουσιώδους περιεχομένου, παρά μόνον συμβολικού, αφού ό,τι κι αν του περιγράψουν οι συνοδοί του, αυτό θα μπορούσε να συμβεί και χωρίς να βάλουν τον υπουργό στην άκατο για περίπλου επιθεώρησης. Στη στεριά, εκεί, ναι, σ’ ένα γραφείο. Προσέξτε τώρα πώς συμπεριφέρεται η γλώσσα μας απέναντι στους τυφλούς: «άσκηση εποπτείας», «επιθεώρηση», «εξέταση ιδίοις όμμασι», όλες αυτές οι λέξεις προϋποθέτουν την όραση, καθώς προέρχονται από σύνθετα του ρήματος οράω/-ώ, σαν να μην νοείται τυφλός άρχων.

     

    Γίνεται αντιληπτό, λοιπόν, πόσο δέσμιοι αισθάνονται οι άρχοντες απέναντι στις συμβάσεις που περιγράφουν το τί είν’ αναμενόμενο από ’κείνους όταν βρεθούν μπροστά στα μάτια των αρχομένων, και κυρίως όταν απαιτείται το ίδιο το να βρεθούν μπροστά στα μάτια των αρχομένων—γι’ αυτό άλλωστε όλο τούτο συνέβη σε μισό μέτρο απ’ τις κάμερες, για να καταγραφεί σε εικόνα κι έτσι να το δουν οι πολίτες.

     

    Άρχοντες κι αρχόμενοι συμπλέκονται καθημερινά σ’ έναν διάλογο εικόνων που εκφράζεται μέσα από χειρονομίες δημόσιου χαρακτήρα, το συμβολικό νόημα των οποίων είναι σε θέση να το αποκωδικοποιήσουν αμφότεροι. Αυτό συμβαίνει γιατί ανήκουν στην ίδια κοινότητα ανθρώπων που ονομάζεται «συναισθηματική κοινότητα», και όλα τα μέλη της μοιράζονται πάνω κάτω τις ίδιες αντιλήψεις για το ποιά είναι η αναμενόμενη αντίδραση και συμπεριφορά του καθενός απέναντι σε κάποιο γεγονός, των αρχόντων ιδιαίτερα επειδή είναι προβεβλημένα μέλη της, πώς δηλαδή είναι παραδεκτό και πώς απαράδεκτο να εκδηλώνει κανείς την τοποθέτησή του απέναντι στα πράγματα, λ.χ. επιδοκιμασία, αποδοκιμασία, πένθος, χαρά, θυμό, οδύνη, ελπίδα, μεταμέλεια, φόβο, κ.ο.κ.

     

    Η πρακτική ουσία της υπουργικής πρωτοβουλίας για την αντιμετώπιση της πετρελαϊκής μόλυνσης θα μπορούσε να υλοποιηθεί κι απ’ το γραφείο του στο υπουργείο. Θα μπορούσε από ’κει να κατευθύνει τις δέουσες δράσεις των οργάνων—όπως είμαι βέβαιος πως έκανε—χωρίς να χάσει ανθρωποώρες κατεβαίνοντας στην ακτή.  Όμως για λόγους που σχετίζονται μ’ αυτόν τον αιώνιο συμβολικό διάλογο αρχόντων κι αρχομένων έπρεπε να στηθεί το θέαμα της αυτοπρόσωπης επίσκεψης, το οποίο θέαμα ασφαλώς ο ίδιος ο πρωταγωνιστής άρχων δεν θα μπορούσε να το δει, αλλά τούτο δεν σημαίνει πως δεν γνωρίζει ή πως δεν είναι πρόθυμος να υποδυθεί τον αναμενόμενο ρόλο του, έστω κι αν δεν έχει ουσιαστικό νόημα παρά μόνον συμβολικό.

     

    Μια τέτοια υποβάθμιση της αξίας του νοήματος της κίνησης θα ήταν μια εσφαλμένη παραδοχή, διότι η πρακτικότητα δεν είναι το μόνο κριτήριο που καθορίζει την αξία μιας πράξης. Κι αυτό γιατί το συμβολικό είν’ απολύτως ουσιώδες για τον άρχοντα επειδή το απαιτεί ο αρχόμενος, κι ο απώτερος σκοπός του συμβολικού διαλόγου είναι να επιβεβαιώνει και να ενισχύει τη διάκριση των ρόλων άρχοντα κι αρχομένου, κυριότατα διατηρώντας τον πρώτο στην εξουσία και αλώβητη την εικόνα της ομαλής διοίκησης στα μάτια του δευτέρου.

     

    Διότι εάν δεν μπορείς να λύσεις εκείνην τη στιγμή ένα πρόβλημα, τουλάχιστον αξίζει τον κόπο να φανεί ότι εκκινείς τη διαδικασία επίλυσής του, και βεβαίως ενώπιον του δήμου στην Αγορά της πόλης, ή στον ιππόδρομο της Ρώμης, ή ενώπιον της κάμερας στις μέρες μας, αφού στο γραφείο δεν θα σ’ έβλεπε κανείς. Ή για να το πω αλλιώς, όταν σκοπεύεις ν’ αρχίσεις να το λύνεις, έχεις πολλά περισσότερα να ωφεληθείς όταν αυτό συμβεί ενώπιον της κοινότητας που περιμένει να σε δει ν’ ασκείς την εξουσία που σου έδωσε.

     

    Ένας τυφλός που επιθεωρεί το πεδίο δεν είναι περισσότερο μάταιο από ’ναν άθεο που κάνει τον σταυρό του, τώρα που έγινε πρωθυπουργός, ενώ ο ιερέας τον ραντίζει μ’ αγιασμό, ή από ’ναν που προαλείφεται για πρωθυπουργός κι επισκέπτεται το Άγιον Όρος όπου υπό το φως κηρίων κουτσοψέλνει σε μιαν αγρυπνία διαβάζοντας από ’να βιβλίο που του φέρανε ενώ τον είχαν στήσει σ’ ένα θρόνο, κι έπειτα σπάει αχρείαστο χαμόγελο και πετά πλάγιο βλέμμα στις κάμερες που τον συνόδευσαν στο μοναστήρι. Όπως όλους μας άλλωστε μας συνοδεύουν κάμερες όταν αναζητούμε κατανυκτικά την μυστηριακή πνευματικότητα του Όρους (#not).

     

    Αν κάτι ποτέ δεν κάνουν οι πολιτικοί μας είναι ν’ αγνοήσουν μιαν ευκαιρία να προβληθούν ως άρχοντες που ασκούν την εξουσία τους ενώπιον μιας κάμερας. Δεν είναι κακό,ž είναι αναμενόμενο.

    Στέλιος Ιατρού
  • Reply to: Απ' τον Ελ Σιντ στον Υπουργό: οι αναμενόμενες χειρονομίες του άρχοντα

    Ο Ροντρίγκο Ντίαζ ντε Βιβάρ έγινε γνωστός στην Ισπανία του ια΄ αιώνα ως Ελ Σιντ (απ’ το αραβικό al-Sayyid, που πάει να πει ο Άρχων). Η φήμη που απέκτησε όσο ζούσε επεστέφη ηρωικότερα ακόμα με την παράδοση που θέλει τη χήρα του, Χιμένα, να δίνει την εντολή να στερεωθεί το πάνοπλο νεκρό του σώμα πάνω στ’ άλογό του, κι έτσι έφιππος, καίτοι νεκρός, ο Ελ Σιντ να οδηγήσει τους υπερασπιστές της Βαλένθια σ’ έξοδο εναντίον των Μαυριτανών πολιορκητών της. Ο Ελ Σιντ είχε καταστεί ένα σύμβολο, και μολονότι είχε εγκαταλείψει τα δεσμά αυτού του κόσμου, δεν είχε ακόμα εγκαταλείψει τα δεσμά του ρόλου του ως άρχοντος, όσα δηλαδή ανέμεναν από ’κείνον όσοι προσδοκούσαν μεγάλα κατορθώματα υπό την ηγεσία του. Συνάμα, μολονότι πλέον δεν διέθετε καμία φυσική δυνατότητα να πολεμήσει κι η πανοπλία του δεν εξυπηρετούσε καμίαν αμυντική ανάγκη προστασίας της σωματικής του ακεραιότητας, αφού ο ίδιος είχε πια πεθάνει, είχε εντούτοις περιβληθεί μιαν ακόμα ισχυρότερη νοητή πανοπλία, τη συμβολική περιβολή της εξουσίας, που υπηρετεί ανώτερες προτεραιότητες και καθίσταται κίνητρο για δράση στα μάτια όσων αντικρίζουν τον άρχοντα τους να ηγείται.

     

    Ο υπουργός Παναγιώτης Κουρουμπλής είναι τυφλός, όπως όλοι γνωρίζουμε. Τον είδα σε ρεπορτάζ να επισκέπτεται την αττική ακτή, να επιβαίνει σε άκατο, και να περιπλέει την ακτή, υποθέτω ως είθισται όταν υπουργοί που έχουν την όρασή τους επισκέπτονται έναν τόπο καταστροφής για να εξετάσουν ιδίοις όμμασιν την έκταση της καταστροφής. Ο υπουργός, όμως, δεν θα μπορούσε να δει τίποτα επιβάς στην άκατο. Τότε γιατί επέβη;

     

    Αυτό ήταν μια δημόσια χειρονομία συμβολικού χαρακτήρα. Είναι αναμενόμενο, βλέπετε, απ’ τον εκάστοτε υπουργό να επισκέπτεται τέτοιους τόπους, ώστε να καταστεί σαφές στους πολίτες ότι απέκτησε από πρώτο χέρι εμπειρία του συγκεκριμένου προβλήματος, και μπορεί πλέον να εκτιμήσει τις διαστάσεις του, να δώσει τις δέουσες εντολές, ν’ ασκήσει δηλαδή την εξουσία του και την εποπτεία επί των αρμοδίων οργάνων. Δεν λησμονώ τον Κώστα Καραμανλή να ενδύεται το μάχιμο τζάκετ του και να παίρνει το ελικόπτερο, ώστε να πετάξει πάνω απ’ τις πυρκαγιές του 2007. Δεν θα λησμονήσω ακόμα και τις απολύτως άστοχες μομφές που δέχθηκε απ’ την αντιπολίτευση ο Αλέξης Τσίπρας όταν δεν προέβη σ’ ανάλογη ενέργεια, κάτι που θα ήταν εκτός από μάταιο καί επικίνδυνο, εν μέσω ισχυρών ανέμων που ύψωναν στήλες καπνού που δυσχέραιναν ακόμα και τις πτήσεις των αεροσκαφών πυρόσβεσης. Τα ίδια άκουσε κι ο Εμανούελ Μακρόν προσφάτως με τον τυφώνα Ίρμα να πλήττει γαλλικές κτήσεις στην Καραϊβική, και κάποιους ν’ απαιτούν αφρόνως να πετάξει επιτόπου ο πρόεδρος της ευρωπαϊκής υπερδύναμης εν μέσω του χειρότερου τυφώνα ever recorded. Και τέλος δεν μπορώ να λησμονήσω την επίσκεψη Τραμπ (περίπου αλλά όχι ακριβώς) στις πληγείσες περιοχές του Τέξας απ’ τον τυφώνα Χάρβεϋ, όπου ο πρόεδρος εκφώνησε με ντουντούκα ομιλία από την καρότσα αυτοκινήτου σε κάποιο πάρκινγκ (παρατηρώντας εντυπωσιασμένος “What a crowd! What a turnout!”), ενώ τα οχήματα της συνοδείας του είχαν φτιάξει τετράγωνο κλοιό, σαν να τον προστάτευαν από την επέλαση τίποτα ζόμπι. Στην ίδια επίσκεψη, η Μελάνια φωτογραφήθηκε να φορά γόβες στιλέτο, because κιουρία.

     

    Όμως ο Παναγιώτης Κουρουμπλής είναι τυφλός, και δεν βάζω με τον νου μου ποιός θα τολμούσε να τον ψέξει εάν δεν κατέβαινε να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι την έκταση του προβλήματος. Η κοινωνία μας είναι σφοδρότατα ρατσιστική απέναντι στα άτομα με ειδικές ανάγκες, και μολονότι θα μου ήταν αδιανόητο, δεν θα εκπλησσόμουν εάν εμφανιζόταν κάποιος εκπρόσωπος κόμματος να ρωτήσει γιατί άραγε ο υπουργός «δεν κατέβηκε ακόμα να δει την τραγωδία»—κάτι που θα ’ταν ασφαλώς γκάφα μεγίστης ολκής.

     

    Θα ισχυριστεί, όμως, κάποιος πως οι ίδιοι κανόνες (πρέπει να) ισχύουν για όλους τους υπουργούς, ακόμη κι όταν είναι άτομα με ειδικές ανάγκες, αλλ’ εδώ η εφαρμογή αυτού του κανόνα καθίσταται κενή ουσιώδους περιεχομένου, παρά μόνον συμβολικού, αφού ό,τι κι αν του περιγράψουν οι συνοδοί του, αυτό θα μπορούσε να συμβεί και χωρίς να βάλουν τον υπουργό στην άκατο για περίπλου επιθεώρησης. Στη στεριά, εκεί, ναι, σ’ ένα γραφείο. Προσέξτε τώρα πώς συμπεριφέρεται η γλώσσα μας απέναντι στους τυφλούς: «άσκηση εποπτείας», «επιθεώρηση», «εξέταση ιδίοις όμμασι», όλες αυτές οι λέξεις προϋποθέτουν την όραση, καθώς προέρχονται από σύνθετα του ρήματος οράω/-ώ, σαν να μην νοείται τυφλός άρχων.

     

    Γίνεται αντιληπτό, λοιπόν, πόσο δέσμιοι αισθάνονται οι άρχοντες απέναντι στις συμβάσεις που περιγράφουν το τί είν’ αναμενόμενο από ’κείνους όταν βρεθούν μπροστά στα μάτια των αρχομένων, και κυρίως όταν απαιτείται το ίδιο το να βρεθούν μπροστά στα μάτια των αρχομένων—γι’ αυτό άλλωστε όλο τούτο συνέβη σε μισό μέτρο απ’ τις κάμερες, για να καταγραφεί σε εικόνα κι έτσι να το δουν οι πολίτες.

     

    Άρχοντες κι αρχόμενοι συμπλέκονται καθημερινά σ’ έναν διάλογο εικόνων που εκφράζεται μέσα από χειρονομίες δημόσιου χαρακτήρα, το συμβολικό νόημα των οποίων είναι σε θέση να το αποκωδικοποιήσουν αμφότεροι. Αυτό συμβαίνει γιατί ανήκουν στην ίδια κοινότητα ανθρώπων που ονομάζεται «συναισθηματική κοινότητα», και όλα τα μέλη της μοιράζονται πάνω κάτω τις ίδιες αντιλήψεις για το ποιά είναι η αναμενόμενη αντίδραση και συμπεριφορά του καθενός απέναντι σε κάποιο γεγονός, των αρχόντων ιδιαίτερα επειδή είναι προβεβλημένα μέλη της, πώς δηλαδή είναι παραδεκτό και πώς απαράδεκτο να εκδηλώνει κανείς την τοποθέτησή του απέναντι στα πράγματα, λ.χ. επιδοκιμασία, αποδοκιμασία, πένθος, χαρά, θυμό, οδύνη, ελπίδα, μεταμέλεια, φόβο, κ.ο.κ.

     

    Η πρακτική ουσία της υπουργικής πρωτοβουλίας για την αντιμετώπιση της πετρελαϊκής μόλυνσης θα μπορούσε να υλοποιηθεί κι απ’ το γραφείο του στο υπουργείο. Θα μπορούσε από ’κει να κατευθύνει τις δέουσες δράσεις των οργάνων—όπως είμαι βέβαιος πως έκανε—χωρίς να χάσει ανθρωποώρες κατεβαίνοντας στην ακτή.  Όμως για λόγους που σχετίζονται μ’ αυτόν τον αιώνιο συμβολικό διάλογο αρχόντων κι αρχομένων έπρεπε να στηθεί το θέαμα της αυτοπρόσωπης επίσκεψης, το οποίο θέαμα ασφαλώς ο ίδιος ο πρωταγωνιστής άρχων δεν θα μπορούσε να το δει, αλλά τούτο δεν σημαίνει πως δεν γνωρίζει ή πως δεν είναι πρόθυμος να υποδυθεί τον αναμενόμενο ρόλο του, έστω κι αν δεν έχει ουσιαστικό νόημα παρά μόνον συμβολικό.

     

    Μια τέτοια υποβάθμιση της αξίας του νοήματος της κίνησης θα ήταν μια εσφαλμένη παραδοχή, διότι η πρακτικότητα δεν είναι το μόνο κριτήριο που καθορίζει την αξία μιας πράξης. Κι αυτό γιατί το συμβολικό είν’ απολύτως ουσιώδες για τον άρχοντα επειδή το απαιτεί ο αρχόμενος, κι ο απώτερος σκοπός του συμβολικού διαλόγου είναι να επιβεβαιώνει και να ενισχύει τη διάκριση των ρόλων άρχοντα κι αρχομένου, κυριότατα διατηρώντας τον πρώτο στην εξουσία και αλώβητη την εικόνα της ομαλής διοίκησης στα μάτια του δευτέρου.

     

    Διότι εάν δεν μπορείς να λύσεις εκείνην τη στιγμή ένα πρόβλημα, τουλάχιστον αξίζει τον κόπο να φανεί ότι εκκινείς τη διαδικασία επίλυσής του, και βεβαίως ενώπιον του δήμου στην Αγορά της πόλης, ή στον ιππόδρομο της Ρώμης, ή ενώπιον της κάμερας στις μέρες μας, αφού στο γραφείο δεν θα σ’ έβλεπε κανείς. Ή για να το πω αλλιώς, όταν σκοπεύεις ν’ αρχίσεις να το λύνεις, έχεις πολλά περισσότερα να ωφεληθείς όταν αυτό συμβεί ενώπιον της κοινότητας που περιμένει να σε δει ν’ ασκείς την εξουσία που σου έδωσε.

     

    Ένας τυφλός που επιθεωρεί το πεδίο δεν είναι περισσότερο μάταιο από ’ναν άθεο που κάνει τον σταυρό του, τώρα που έγινε πρωθυπουργός, ενώ ο ιερέας τον ραντίζει μ’ αγιασμό, ή από ’ναν που προαλείφεται για πρωθυπουργός κι επισκέπτεται το Άγιον Όρος όπου υπό το φως κηρίων κουτσοψέλνει σε μιαν αγρυπνία διαβάζοντας από ’να βιβλίο που του φέρανε ενώ τον είχαν στήσει σ’ ένα θρόνο, κι έπειτα σπάει αχρείαστο χαμόγελο και πετά πλάγιο βλέμμα στις κάμερες που τον συνόδευσαν στο μοναστήρι. Όπως όλους μας άλλωστε μας συνοδεύουν κάμερες όταν αναζητούμε κατανυκτικά την μυστηριακή πνευματικότητα του Όρους (#not).

     

    Αν κάτι ποτέ δεν κάνουν οι πολιτικοί μας είναι ν’ αγνοήσουν μιαν ευκαιρία να προβληθούν ως άρχοντες που ασκούν την εξουσία τους ενώπιον μιας κάμερας. Δεν είναι κακό,ž είναι αναμενόμενο.

    Στέλιος Ιατρού