Οι απανταχού κινηματογραφόφιλοι γνωρίζουν καλά πως οι ταινίες είναι άπειρες κι αρκετά παλιά αριστουργήματα μένουν για πολλά χρόνια στη λίστα προβολής. Το πότε θα τις δούνε συνήθως εξαρτάται από την διάθεση, τις συναισθηματικές καταστάσεις και τις εξελίξεις της καθημερινότητας. Αυτό έχει ως συνέπεια αρκετές ταινίες να μένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα σε μία άδικη αναμονή. Όταν όμως έρχεται η σειρά τους, γίνεται φανερό πως τα έργα αυτά δεν ήταν άτυχα. Αντιθέτως περίμεναν υπομονετικά τη δική μας ωρίμανση. 
 
Ο Ταχυδρόμος των Μάσιμο Τροΐζι και Μάικλ Ράντφορντ, είναι ένα διαμάντι που με στοίχειωνε πολλά χρόνια αλλά συνέχεια ανέβαλλα τη προβολή του, μέχρι που ήρθε η στιγμή να του αφιερώσω μία βραδιά. Το αποτέλεσμα ήταν να ζήσω μία κινηματογραφική εμπειρία γεμάτη ανθρωπιά, ποίηση, μαγεία κι υπέροχη μουσική. Η συναισθηματική μου φόρτιση άγγιξε κόκκινο θυμίζοντάς μου την πρώτη φορά που είδα το θρυλικό "Σινεμά, ο Παράδεισος" του Τζουζέπε Τορνατόρε, η ταινία που μ' έκανε να ερωτευτώ τόσο πολύ τον κινηματογράφο. 
 
Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας είχε κολλήσει ένα χαμόγελο στα χείλη μου και δεν έφευγε με τίποτα ακόμη και μετά το σκληρό ρεαλιστικό φινάλε. Μαθαίνοντας στη συνέχεια επιπλέον λεπτομέρειες για την ταινία, την έβαλα περισσότερο μες στην καρδιά μου και την θεωρώ με βεβαιότητα ως μία από τις κορυφαίες ταινίες όλων των εποχών.
 
Το Il postino μας ταξιδεύει στις Αιολίδες Νήσους και συγκεκριμένα στο νησί Σαλίνα. Οι κάτοικοί του φτωχοί κι άγριοι, ζουν κυρίως από τη θάλασσα μιας κι ο τόπος τους είναι βραχώδης κι άγονος. Κι ενώ όλοι παλεύουν με τα κύματα, ο γιος ενός ψαρά εκφράζει έντονα την αποστροφή του στο επάγγελμα του πατέρα του κι επιθυμεί να μεταναστεύσει στην Αμερική. Έχει όμως ξεπεράσει κατά πολύ την ηλικία που θα πρεπε να χε νοικοκυρευτεί κι έτσι συμβιβάζεται με τη μοίρα του πως θα μείνει για πάντα εγκλωβισμένος εκεί. Περιπλανώμενος στην πόλη για να βρει δουλειά, δέχεται να αναλάβει μία έκτακτη θέση στο τοπικό ταχυδρομείο. Υποχρέωσή του είναι να μεταφέρει την αλληλογραφία του διάσημου Χιλιανού ποιητή Πάμπλο Νερούδα, ο οποίος είχε βρει πολιτικό άσυλο στην Ιταλία και ζούσε σ' αυτό το νησί. Η καθημερινή τους επαφή θα δημιουργήσει μία ειλικρινής φιλία μεταξύ τους. Από την μία έχουμε έναν κοσμοπολίτη ποιητή κι από την άλλη έναν απαίδευτο φτωχό Ιταλό αλλά πλούσιο σε πάθος για ζωή κι όρεξη για δημιουργικότητα. Αυτά είναι που διακρίνει ο Νερούδα και βοηθάει στο πλάσιμο της ευαίσθητης προσωπικότητας του ταχυδρόμου. Η φιλία τους συσφίγγεται περισσότερο όταν ο ταχυδρόμος ερωτεύεται την πανέμορφη Μπεατρίτσε που δουλεύει στο καφενείο της θείας της. Έντρομος καθώς δεν μπορεί να διαχειριστεί το ερωτικό σκίρτημα, αναζητά υποστήριξη και συμβουλές από τον ποιητή. 
Ανακαλύπτοντας τον έρωτα, αρχίζει παράλληλα να αποκτά ταξική και πολιτική συνείδηση, μέσα από τις συζητήσεις που κάνει με τον ποιητή. Έτσι γίνεται ο πρώτος που αρχίζει να αμφισβητεί ευθέως και δημοσίως τον δεξιό πολιτικό του νησιού που κρατάει σε μία στασιμότητα τους κατοίκους για να μπορεί να τους εκμεταλλεύεται πολιτικά.
 
Έρχεται όμως η στιγμή που ο Χιλιανός ποιητής επιστρέφει στην πατρίδα του κι ο τοπικός ταχυδρόμος νιώθει συναισθηματικά αβοήθητος και πνευματικά ορφανός. Σε μία ανύποπτη στιγμή όμως κάτι σαλεύει στη ψυχή του, αποδεικνύοντάς του πως μέσα του κρύβει μια απίστευτη κι αυθεντική ποίηση που θέλει να βγει προς τα έξω. Η αναγνώριση του ταλέντου του όμως θα είναι πρόσκαιρη όπως είναι κι η ίδια μας η ζωή. Ένα ολοκληρωμένο ποίημα γραμμένο σε μία κόλλα χαρτί, έτοιμο να ειπωθεί, αλλά τελικά αιωρείται ανέλπιδα μέσα στο χάος και τσαλαπατιέται από χιλιάδες πανικόβλητα πόδια. 
 
 
 
Χωρίς να καταλάβω τον λόγο, ο σκηνοθέτης αποφάσισε να δημιουργήσει μία ταινία χαμηλών τόνων. Δε γνωρίζω αν αυτό ήταν εσκεμμένο ή αυθόρμητο, αλλά αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά είναι πως η απλοϊκότητα, η λιτότητα κι η καθαρή ματιά είναι κάποια από τα κυριότερα χαρακτηριστικά που προσφέρουν μία αξεπέραστη γοητεία και μία απόκοσμη ομορφιά στην ταινία. Τα εκπληκτικά πλάνα της απέραντης θάλασσας και των άγριων τοπίων, δένουν εντυπωσιακά με τις αντιθέσεις στους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών. Η αγαθοσύνη κι η ντροπαλότητα του ταχυδρόμου κρύβουν έναν άνθρωπο γεμάτο συναισθήματα και πάθη κι ο σνομπισμός του Χιλιανού ποιητή καλύπτει την ευαίσθητη καρδιά του μπροστά σε έναν άνθρωπο που του ζητά βοήθεια. Επίσης η ακαταμάχητη γοητεία της Μπεατρίτσε κρύβει πίσω από την λάμψη της την γλυκιά ψυχή της που αιχμαλωτίζεται από τα πρώτα ποιήματα του ταχυδρόμου.
 
Και μιας κι αναφέρθηκα για τα πρόσωπα της ιστορίας, θα ήθελα και να τα παρουσιάσω. Βασικότερη φιγούρα στην ταινίας είναι ο ταχυδρόμος. Ένα παιδί που βρίσκεται εγκλωβισμένο στο σώμα ενός σαραντάρη. Αντί να μιζεριάζει με τη φτώχεια του τόπου του, επιμένει να ονειροπολεί κοιτώντας τα κύματα της θάλασσας και το ολόγιομο φεγγάρι. Το σώμα του μένει ριζωμένο στα βράχια της Σαλίνα αλλά ο νους του ταξιδεύει πέρα από τον ορίζοντα. Ο Μάσιμο Τροϊζι που υποδύθηκε τον ταχυδρόμο, δε φημίζεται για την καριέρα του. Έπαιξε όμως τον ρόλο της ζωής του κι αυτό του χάρισε λίγη από την αθανασία που αποζητούν όλοι. Δίπλα του, ο πολυαγαπημένος μας Αλφρέντο του "Σινεμά ο Παράδεισος", Φιλιπ Νουαρέ, που παίζει πάλι έναν παρόμοιο ρόλο, του ηλικιωμένου κι ώριμου άνδρα ο οποίος προσπαθεί να βοηθήσει έναν μικρότερό του στο να ορθοποδήσει και να πιάσει τη ζωή από τα μαλλιά. Ξέροντας πως η ζωή περνάει και χάνεται, αποδεικνύει με τα λόγια και τις πράξεις πως η κάθε στιγμή είναι σημαντική και δεν πρέπει να την αφήνουκε να χάνεται άσκοπα και πως ο έρωτας δεν έχει θεραπεία. Τέλος, η εντυπωσιακά πανέμορφη Μαρία Γκράτσια Κουτσινότα μετατρέπεται μεμιάς το κέντρο των πάντων. Η πηγή του έρωτα κι η αφορμή να εξωτερικεύσει ο ταχυδρόμος όλο του το πάθος. Η ομορφιά που δε γλιτώνει από τα χέρια ενός ονειροπόλου. Η μούσα ενός ρομαντικού ποιητή. 
 
 
 
Η ταινία είναι ένα πραγματικό ποίημα. Δεν είναι μόνο οι στίχοι που ακούγονται ή διαβάζονται αλλά και τα βλέμματα αλλά κι οι κινήσεις. Στην αόρατη σύγκριση των δύο ποιητών, νικητής βγαίνει ο ταχυδρόμος διότι παλεύει να εκφράσει όλα αυτά που νιώθει μέσα του. "Θέλω να γράφω σαν εσένα" λέει σε μία στιγμή ειλικρίνειας για να πάρει την απάντηση από τον Χιλιανό ποιητή πως προτιμότερο είναι να  ζει σαν ποιητής κι όχι να γράφει. Του προτείνει να περπατάει σιωπηλός δίπλα στη θάλασσα, αφήνοντας ελεύθερο το νου του να πλάσει με λέξεις τις σκέψεις του. Προσπαθεί να του εξηγήσει πως για να γίνει κάποιος ποιητής πρέπει να ζει δύσκολα και σκληρά, να τραυματίζει τη ψυχή του σε καθημερινή βάση και πάντα να αναζητά τα αίτια του κακού. Ο ταχυδρόμος έχει όλα αυτά τα στοιχεία αλλά δε μπορεί να τα περάσει εύκολα στο χαρτί. Όμως η ποίησή του ξεχειλίζει έντονα από τα εκφραστικά του μάτια κι από τις εκπληκτικές χορευτικές κινήσεις των χεριών του. Όταν όμωςσυνειδητοποιεί την αξία του, δημιουργεί το πιο όμορφο ποίημα.
 
Θέλω επίσης να επισημάνω  πως η ταινία για μένα πέρασε σε άλλο επίπεδο όταν έμαθα πως ο πρωταγωνιστής, Μάσιμο Τροϊζί, πέθανε από έμφραγμα μία μέρα πριν ολοκληρωθούν τα γυρίσματά της. Λέγεται πως καθυστέρησε μία επέμβαση καρδιάς για να μπορέσει να ολοκληρώσει ο έργο. 
 
Το Il Postino ήταν ένα όνειρο ζωής για τον ίδιο, σε σημείο που θυσιάστηκε για την επίτευξή του. Ένα ποιητικό τέλος που του χάρισε την αθανασία. 
Κλείνοντας θέλω να αναφερθώ σε μία εκπληκτική φράση του ταχυδρόμου. Σε μία μικρή κόντρα που είχε με τον Νερούδα, ο Χιλιανός ποιητής τον κατηγόρησε πως χρησιμοποίησε ένα από τα ποιήματά του για να γοητεύσει την Μπεατρίτσε με τον ταχυδρόμο να του απαντά αμέσως και με μεγάλη ειλικρίνεια πως η ποίηση δεν ανήκει σ' αυτόν που την γράφει αλλά σ' αυτόν που την χρειάζεται.  Μία φράση ύμνος για την αιωνιότητα της αληθινής ποίησης. 
 
Μία ταινία ποίημα.
 
 
Βαθμολογία: 10/10

Leave a comment

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.