Άκουσα κάποτε μιαν ιστορία, αλλά δεν τη θυμάμαι καλά. Νομίζω πως πήγαινε κάπως έτσι:

Δυο κήπους τους χώριζ’ ένας φράχτης. Στην μια πλευρά του φράχτη ακουμπούσε ένας ψηλός θάμνος που ’ριχνε τη σκιά του καί στην άλλη πλευρά. Δεν ήταν δέντρο, ήταν απλά ένας θάμνος περίπου στο ύψος ενήλικου ανθρώπου, αλλά κάπως το φουντωτό του φύλλωμα έριχνε σκιά.

Εκεί στον άλλο κήπο έπαιζε συχνά ένα παιδί. Στον δικό του κήπο δεν υπήρχε τέτοιος θάμνος, και μέχρι τότε γενικά το παιδί δεν είχε ξαναδεί τέτοιο θάμνο. Αντιθέτως, από κάποιαν ανεξήγητη σχεδιαστική βούληση, το παιδί είχε υποχρεωθεί να παίζει ανάμεσα σε κάκτους που καί το πλήγωναν με τ’ αγκάθια τους, αλλά και καμίαν ανάπαυλα δροσιάς δεν παρείχαν, αφού η σκιά τους ήταν αμελητέα για το ίδιο.

Το παιδί ανακάλυψε πως η σκιά του γειτονικού θάμνου ήταν ωφέλιμη, και την αποζητούσε στο παιχνίδι του. Άρχισε να παίζει ολοένα και συχνότερα κοντά στον θάμνο περ’ απ’ τον φράχτη, κι οι ώρες του ήσαν πιο ευχάριστες εκεί, παρά σ’ άλλα σημεία του δικού του κήπου. Αναρωτήθηκε μια φορά σε ποιόν ν’ ανήκε άραγε ο γειτονικός κήπος.

Έτσι άρχισε να κοιτάζει πάνω απ’ τον φράχτη, και να περιεργάζεται τον ξένο κήπο. Όσες φορές κι αν κοίταξε, ποτέ δεν είδε κανέναν να ’ρχεται να φροντίζει τον κήπο μήτε και τον θάμνο. Θα πρέπει να ’χε φυτρώσει εκεί εντελώς τυχαία, συλλογίστηκε, αλλά το παιδί δεν σκέφτηκε πως όλη αυτή η τυχαιότητα ήταν στην ουσία δική του καλή τύχη. Το παιδί ίσως να μην αντιλήφθηκε πως, εάν το επιθυμούσε, ο διπλανός κήπος θα μπορούσε να γίνει ολόδικός του, τουλάχιστον στην χρήση, μαζί κι ο θάμνος, που ’ριχνε παχύτερη σκιά στην εκείθε πλευρά.

Κάποια στιγμή το παιδί μπήκε στον πειρασμό να καβαλήσει τον φράχτη και ν’ αγκαλιάσει τον σκιερό θάμνο στην άλλη πλευρά, όμως κάτι το συγκρατούσε. Θα ’ταν μάλλον που ’χε διδαχθεί απ’ όταν θυμόταν τον εαυτό του πως οι φράχτες κάτι εξυπηρετούν, και δεν πρέπει να τους παραβιάζουμε.

Αισθάνθηκε τότε μιαν άφατη ανησυχία--την λες κι ενοχή--που σκέφτηκε να μπει στην απαγορευμένη ιδιοκτησία, αλίμονο!, κι αποτραβήχτηκε. Φοβήθηκε μήπως κατέστη παραβάτης και μόνο που του ’χε περάσει κάτι τέτοιο απ’ το μυαλό, και μάλιστα μήπως κάποιος του ’χε φυτέψει την ιδέα. Φοβήθηκε πως οι προθέσεις του είχαν γίνει φανερές σ’ όλους. Φοβήθηκε πως χρωστούσε λογοδοσία κι απολογία στις αόριστες κι ορισμένες δυνάμεις που το είχαν αναθρέψει να συλλογιέται ως φυσιολογικό το να πληγώνεται απ’ αγκάθια και να μην χαίρεται το παιχνίδι του.

Η επιθυμία είχε, όμως, φυτρώσει μέσα στην καρδιά του από μόνη της, γιατί είχε μάτια κι έβλεπε· είχε βλαστήσει και κάπως καθυστερημένα, γιατί για πολύν καιρό αντιστεκόταν στην ίδια του την εμπειρία· κι αδίκως ανησυχούσε μην είχε φανερωθεί, αφού η επιθυμία του ήταν μυστική σ’ όλους, γιατί κι όταν μας περάσει μια ιδέα απ’ το μυαλό, η όψη μας δεν αλλάζει. Η ιδέα ήταν κατάδική του, γιατί πάντοτε το παιδί επιθυμούσε να διαβαίνει φράχτες, ίσως πάλι γιατί πάντοτε γνώριζε πως η θέση του ήταν δίπλα σ’ έναν σκιερό θάμνο κι όχι στους καχεκτικούς κάκτους με τ’ αγκάθια.

Ο καιρός περνούσε, κι ο φράχτης παρέμενε στη θέση του· οι κάκτοι παρέμεναν σιωπηλοί, εχθρικοί, σκληροί, κι αμετακίνητοι απ’ τις θέσεις τους, ενώ δεν είχαν καμία θέση στον κήπο. Ο ήλιος έριχνε το λαμπρό φως του καθώς κορυφωνόταν το θέρος, και το παιχνίδι γινόταν αφόρητο μακριά απ’ τη σκιά, αφότου το παιδί είχε πάει πέρα, απ’ τον φόβο μην τυχόν συχνάζοντας εκεί φανερώσει πως βρισκόταν μονάχα ένα βήμα απ’ το να καβαλήσει τον φράχτη και να γίνει παραβάτης κάποιου νόμου.

Ο θάμνος είχε παραμείνει κι εκείνος μονάχος του, όπως εξαρχής ήταν, να στέκεται σ’ έναν αφρόντιστο κήπο, μοναδική ωφέλιμη εξαίρεση σε μιαν αφιλόξενη γειτονιά. Μιαν αποστολή του ’χε αναθέσει η τύχη, να ρίχνει τη σκιά του πάνω στο παιχνίδι, κι αυτήν δεν την υπηρετούσε πια.

Βέβαια, ό,τι περνούσε απ’ τα κλαδιά του το ’κανε, αλλ’ ο θάμνος δεν θα μπορούσε ποτέ να καβαλήσει τον φράχτη και ν’ αλλάξει κήπο: άλλωστε αυτή ήταν η δική του και οριστική θέση, και δεν θα μπορούσε ποτέ να την αλλάξει.

Leave a comment

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.