Τρίτη βράδυ. Μαζεύει σε κούτες πράγματα, στον υπολογιστή παίζει τη Σερενάτα. Επαναλαμβάνει πολλές φορές τους στίχους "δε θέλω να σε ξαναδώ μανάρι μου τα κάναμε σαλάτα θέλω μονάχα να σου πω πως απόψε γέννησε η γάτα". Μαζεύει πράγματα, τραγουδάει και κουνιέται ρυθμικά.

 

"Μα καλά, δεν σε νοιάζει;", η συνείδηση από μέσα. Δεν ξέρω αν με νοιάζει, αφού τα κάναμε σαλάτα. Παγώνει για λίγο. Την κοιτάνε, τους κοιτάει, γελάει και κλαίει. Κλαυσίγελος. Η ζωή της επαναλαμβάνεται με τον ίδιο βασανιστίκο τρόπο. Όχι με χειρότερο.

 

Τότε έφταιγες, τώρα δε φταις. Τότε έπαιζε η Σερενάτα, τώρα παίζει πάλι η Σερενάτα. Τότε τα κάναμε σαλάτα, τώρα σου πρόσφερε τη σαλάτα στη μούρη. Τι δεν καταλαβαίνεις; Η μελωδική φωνή της Αρλέτας συνεχίζει να βγαίνει από τον υπολογίστη... Από την αρχή "πήρα το πικάπ σου και μου πήρες το ψυγείο πήρες τα σεντόνια, πήρα τη μπιγκόνια κι απ’ το χωρισμό μας έχουν κλείσει τρία χρόνια" ποια τρία χρόνια; Ούτε τρεις μήνες, γελά.

 

Μα πως γίνεται ένα τόσο πιο ελαφρύ τραγουδάκια να λέει τόσο μεγάλες αλήθειες; Συνεχίζει να κουνιέται. Τα πράγματα είναι παραταγμένα ευλαβικά και χωρισμένα στο διάδρομο. Η ζωή που έγινε ναυάγιο. Η ξανθιά Σερενάτα έμεινα και πάλι μόνη, με τα δύο τιγρέ γατάκια. Βρίσκεται σε ένα μπαρ που λέγεται ναυάγιο, κάθεται σε διπλανά σκαμπό με αγίους, κοινωνάει με ουίσκι και νερό, έμαθε να γουστάρει τους κολασμένους, να αγιάζει μέσα από τις αμαρτίες της και να αγαπά με τόσο πάθος χωρίς όμως να πάψει στιγμή να φοβάται.

 

Η Αρλέτα συνεχίζει να παίζει στον υπολογίστη, στο μυαλό και στην ψυχή. Σιωπή. "Ακόμα κι αν φύγεις, για το γύρο του κόσμου, θα ‘σαι πάντα δικός μου θα ’μαστε πάντα μαζί..", γέλια. Μεγάλο ψέμα. Στα 30 της έμαθε πως δεν πρέπει να πιστεύεις ποτέ στα πάντα και στα ποτέ των ανθρώπων γιατί οποίος θέλει είναι εκεί χωρίς εξαναγκασμούς και χωρίς ανταλλάγματα. Κανεις δεν είναι κανενός, μεχρι αποδείξεως του εναντίου.

 

Είναι καλοκαίρι και μέσα και έξω βρέχει. "Μια φορά θυμάμαι με αγαπούσες, τώρα βροχή, μια φορά θυμάμαι μου μιλούσες τώρα σιωπή" . Το τέλος ορίζεται από τις σιωπές όταν τα μέσα σου ουρλιάζουν αλλά το στόμα σου παραμένει ερμητικά κλειστό. Το βαθύ σκοτάδι πέφτει και έξω και μέσα "είναι 12 η ώρα, η ώρα των τρελών, κάπου θα σε συναντήσω κάπου θα σε βρώ..".

 

Θλίψη και οργή. Η μελωδική φωνή της Αρλέτας σε μαθαίνει μέσα από την θλίψη, αυτήν την αυτοκαταστροφική θλίψη να γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος . Να γίνεσαι άνθρωπος. Όχι μίσος, μισάνθρωπος. Ολόκληρος. Η ώρα δείχνει δύο, μια φιγούρα αναβεκατεβαίνει τις σκάλες, πράγματα παντού, απόλυτο σκοτάδι, απόλυτη ησυχία, μια κραυγή. Μια κραυγή θυμού.

 

Ένα πνιχτό γιατι, η Αρλέτα πάλι στον υπολογίστη: "Άραγε πού να `σαι άραγε θυμάσαι που `λεγες στη γάτα "Σερενάτα μη φοβάσαι σ’ όλη τη ζωή μου θα `σαι το γατί μου δε θα ξαναδώσω σ’ άλλη γάτα την ψυχή μου". Ψέματα την είχε δώσει ήδη. Ή μάλλον δεν στην είχε δώσει ποτέ Σερενάτα μου, σε σένα μην γελιέσαι. Γέλια, όχι από αυτά τα πνιχτά αλλά από αυτά τα κακαριαστά, που γίνονται δάκρυα.

 

Δάκρυα πυκνά, καυτά από αυτά που σου καίνε και σου λυτρώνουν την ψυχή. Στον έναν τοίχο τα πράγματα, στον άλλο μια φιγούρα. Μα εγώ είμαι αυτή; Εσύ είσαι αυτή. Από τον υπολογίστη ακούγεται και πάλι η φωνή της Αρλέτας να λέει και πάλι "Πάω πίσω λοιπόν στη μαμά μου, στην κάμαρά μου την παιδική, μήπως βρω το χρυσό πρίγκιπά μου που τον εψάχνω εδώ και μια ζωή. Κι όταν μπω στα γαλάζια σεντόνια, ο πρίγκιπάς μου θα είναι εκεί, θα φοράει τη δικιά σου κολόνια και θα φιλάει, όπως φιλάς εσύ, όπως φιλάς εσύ, όπως φιλάς εσύ". Τελικά υπάρχουν πρίγκιπες ή μόνο βάτραχοι; Και γιατί οι βάτραχοι γίνονται πρίγκιπες.

 

Το πρωί την βρίσκει να πίνει κρύο τσάϊ γιασεμί κάπου έξω και να σκέφτεται πως "μια ευκαιρία τελευταία που είχε απομείνει πια για μας, κι αυτή την έχασες μοιραία για να μη χάσεις ένα ματς". Τα πράγματα μαζεύονται, σηκώνεται αγκαλιάζει το μικρό τιγρέ γατί της και τραγουδάει "Μάτια μου αντίο τέλειωσε τ’ αστείο πήγα το πρωί και ξαν’ αγόρασα ψυγείο πάρε άλλα πιάτα βρες μιαν άλλη γάτα όμως να θυμάσαι πού και πού την Σερενάτα".

 

Όχι δεν τελειώνουν ετσι εύκολα ολα. Η συνέχεια θα δείξει με ποιο μελωδικό στιχο της Αρλέτας θα συνεχίσει η ζωή. Η Αρλέτα με έμαθε να αγαπάω, να πονάω και να νιώθω τον έρωτα και το πόνο που προκαλεί. Όχι μόνο εμένα. Θα ζει πάντα στην ψυχή μας και στα αυτιά μας! Καλό ταξίδι! Ίσως σε λίγο καιρό να σου γράψω και τι απέγινε η γάτα η Σερενάτα!

 

Leave a comment

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.