Το τελευταίο δεκάμηνο, οι πιο πολλές σοβαρές εξελίξεις που σχετίζονται με τον Λευκό Οίκο γίνονται γνωστές το βράδυ κάποιας Παρασκευής.

 

Την περασμένη Παρασκευή, το CNN ανέδειξε την είδηση (λεπτομέρειες εδώ) πως ο Ειδικός Ανακριτής Ρόμπερτ Μύλλερ είχε απαγγείλει ήδη τις πρώτες κατηγορίες, έπειτα από έγκριση του σώματος ενόρκων που έχει συστήσει στην Ουάσινγκτον στο πλαίσιο της έρευνάς του για την συμπαιγνία μεταξύ του Κρεμλίνου ή παραγόντων αυτού και προσώπων της προεκλογικής εκστρατείας του Ντόναλντ Τραμπ. Τη Δευτέρα και την Τρίτη που μας πέρασαν, 30 και 31 Οκτωβρίου αντίστοιχα, αυτά τα εντάλματα ανοίχθηκαν, αφού δηλαδή, όπως είθισται για high profile υπόπτους, θα είχαν προηγηθεί μέσα στο Σαββατοκύριακο οι δέουσες επαφές των διωκτικών Αρχών με τους συνηγόρους των πρώτων κατηγορουμένων, Πωλ Μαναφορτ, τέως διευθυντή της εκστρατείας Τραμπ το 2016, Ρικ Γκέιτς, επιχειρηματικού συνεταίρου του Μάναφορτ, και Τζωρτζ Παπαδόπουλου, μετεωρικού συμβούλου του Τραμπ πριν και μετά την εκλογή του, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ομαλότητα κατά την παράδοσή τους στις Αρχές—να σημειώσω πως πρόκειται για τον ίδιο ομογενή για τον οποίον δικός μας πολιτικός ηγέτης είχε τουιτάρει μ’ ενθουσιασμό πως η θέση του στο πλευρό του νεοεκλεγέντος τότε Τραμπ προμήνυε καλές εξελίξεις για τη χώρα μας, μια ολωσδιόλου αφελής καίτοι καλοπροαίρετη τοποθέτηση που μοιάζει να παραγνωρίζει βάναυσα την οικονομία των σχέσεων που διαμορφώνεται μεταξύ προσώπων και θέσεων εξουσίας στις ΗΠΑ (ανάλυση εδώ για την αυξημένη βαρύτητα της δίωξης κατά του Παπαδόπουλου).

 

Αντίθετα με τον Παπαδόπουλο που ομολόγησε την ενοχή του πως παραπλάνησε τις Αρχές (FBI), ο ίδιος ο Μάναφορτ δήλωσε αθώος (διαβάστε εδώ, όπως επίσης αθώος δήλωσε κι ο συνέταιρός του Ρικ Γκέιτς, εδώ) για τις τουλάχιστον δώδεκα κατηγορίες με τις οποίες βαρύνεται, που έχουν χαρακτήρα ως επί το πλείστον οικονομικού εγκλήματος (διαβάστε εδώ, κι επιπλέον χρήσιμο σχολιασμό εδώ επί του τμήματος του κατηγορητηρίου που αντιμετωπίζει, όσο τουλάχιστον έφτασε στη δημοσιότητα, βέβαια).

 

Ο Μάναφορτ ήταν ομολογουμένως πάντοτε μια αμφιλεγόμενη επιλογή για τη θέση του διευθυντή της προεκλογικής εκστρατείας Τραμπ, κάτι που δεν μπορεί κανείς εύκολα να ισχυριστεί πως είχε διαλάθει την προσοχή του Ντόναλντ. Και τούτο διότι, αρκετά αξιοσημείωτα θα έλεγα, είχε συνεργαστεί στο παρελθόν με ματοβαμμένους τριτοκοσμικούς δικτάτορες, όπως τον Φερντινάντ Μάρκος των Φιλιππίνων, τον Τζόνας Σαβίμπι της Ανγκόλας, και τον Μομπούτου Σέσε Σέκο του Ζαΐρ. Η πλέον πρόσφατη—και γι’ αυτό ηχηρότερη στ’ αυτιά μας που τείνουν να ξεχνούν πρόσωπα και πράγματα του απώτερου παρελθόντος—συνεργασία του ήταν το 2006 στο πλευρό του Βίκταρ Γιανουκόβιτς, του ρωσόφιλου ισχυρού άνδρα της Ουκρανίας, που μεταξύ άλλων όμορφων πραγμάτων που είχε πει και κάνει, είχε εκφραστεί εναντίον του ΝΑΤΟ και υπέρ της ρωσικής επιρροής στην Ουκρανία, αλλά και γενικά υπέρ του να επιτραπεί επαρκής χώρος στην Ρωσία του Πούτιν—μια κλεπτοκρατική κακιστοκρατία ολιγαρχών της οποίας προΐσταται επί δεκαεπτά έτη ο ίδιος άνθρωπος—ώστε να λάβει μια θέση εφάμιλλη των ΗΠΑ στη διεθνή κονίστρα, όπως εκείνην που κάποτε κατείχε η ΕΣΣΔ, η Σοβιετική Ένωση για τους νεότερους που δεν έχουν συνηθίσει τ’ αρχικά. Απ’ τη στιγμή που ο Μάναφορτ ανέλαβε τη διεύθυνση της εκστρατείας του Τραμπ η ρητορική του Ντόναλντ για το ζήτημα της ρωσικής εισβολής και κατοχής στην Ουκρανία («ξέρετε, ο λαός της Κριμαίας, απ’ όσο εγώ άκουσα, θα προτιμούσε να είναι με τη Ρωσία»), για τον ρόλο του ΝΑΤΟ στον κόσμο («νομίζω πως το ΝΑΤΟ ίσως είναι παρωχημένο»), αλλά και για τον ίδιον το Πρόεδρο Πούτιν («είναι ένας άνθρωπος που θαυμάζω και θα χαρώ πολύ να συναντήσω») άρχισε ν’ απηχεί ή ακόμα και ν’ αντιγράφει τις θέσεις Γιανουκόβιτς.

 

Επιπλέον, τον καιρό που ο Μάναφορτ παρείχε τις υπηρεσίες του στον Γιανουκόβιτς, το 2006 όπως είπα, ο ίδιος είχε αγοράσει στον Πύργο Τραμπ στο Μανχάτταν ένα διαμέρισμα χρησιμοποιώντας μια εταιρεία φάντασμα (διαβάστε ένα σχεδιάγραμμα των σχέσεων Τραμπ – Μαναφορτ εδώ κι εδώ, ενδεικτικά), καθώς κι άλλα ακίνητα στη Νέα Υόρκη, πληρώνοντας μετρητοίς σε κάμποσες περιπτώσεις, και μιλάμε ασφαλώς για βαλίτσες μ’ εκατομμύρια που άλλαζαν χέρια (διαβάστε εδώ), κι απέφυγε τα ενυπόθηκα δάνεια—σιγά μην ήταν χαζός λίγο πριν την κρίση του 2008—μολονότι  είχε λάβει επιχειρηματικά δάνεια που δεν κατέληξαν ποτέ να επενδυθούν στις επιχειρήσεις του με τον συνέταιρό του Ρικ Γκέιτς. Αυτό ακόμα και για τα δεδομένα μιας χώρας όπως η δική μας θα ήταν καμπανάκι με πολλές σφυρίχτρες και σημαιούλες πως κάποιος ξεπλένει μαύρο χρήμα: δάνεια, βαλίτσες με μετρητά, επενδύσεις σε ακίνητα, επαφές με ολιγάρχες και κλεπτοκράτες του Τρίτου Κόσμου και με το Κρεμλίνο. Τούτο συνάμα δένει κάπως περίεργα με μιαν άλλη ύποπτη συμπεριφορά του Μάναφορτ, που αν και γνωστός δολλαροκίλλερ, ανέλαβε την διεύθυνση της εκστρατείας Τραμπ αμισθί, μολονότι τον έπνιγαν χρέη ύψους περίπου $17 εκατομμυρίων προς χρηματοδότες κυρίως ρωσικών συμφερόντων (ρίξτε μια ματιά εδώ). Χμμ…interesting θα πείτε…Συνεχίζοντας, όμως, πάνω στις φιλορωσικές θέσεις που ξαφνικά φύτρωναν στην καμπάνια του Τραμπ, απ’ όλη τη ρεπουμπλικανική ατζέντα διεθνών θεμάτων της εποχής, ο Τραμπ φάνηκε επί Μάναφορτ να εστιάζει ολοένα και συχνότερα τη ρητορική του κατεξοχήν στην παύση της αμερικανικής υποστήριξης εξοπλισμού των δυνάμεων του Κιέβου απέναντι στις ρωσικές δυνάμεις εισβολής και κατοχής της Κριμαίας αλλά και απέναντι στους ρωσόφιλους αυτονομιστές της Ανατολικής Ουκρανίας.

 

Όπως είχα γράψει σε παλαιότερο άρθρο μου, που δυστυχώς έχει χαθεί μαζί με τον νεκρό σήμερα προπάτορα του παρόντος site, το πάλαι ποτέ αγαπημένο Editors.gr (να ζήσουμε να το θυμόμαστε), ο Μύλλερ συγκρότησε μιαν ομάδα νομικών κι ερευνητών ειδικευμένων στην αναζήτηση των διαδρομών του μαύρου χρήματος. Οι πρώτες κατηγορίες που απήγγειλε ήταν προς τους πλέον ευάλωτους υπόπτους, εκείνους που έχουν χρέη και δεσμούς με σκοτεινές προσωπικότητες, που έχουν διαπιστωμένες επί μακρόν επαφές και δοσοληψίες με τους Ρώσους στην καριέρα τους, προς ψάρια δηλαδή μετρίου μεγέθους με φανταχτερά πτερύγια, ώστε μέσω αυτών να φτάσει στα μεγαλύτερα (διαβάστε εδώ την προσέγγιση του The Guardian, η οποία δημοσιεύθηκε την επομένη του παρόντος άρθρου). Οι ρεπόρτερς-αναλυτές όπως ο Άνταμ Γκόλντμαν των The New York Times ή ο Κρις Σιλίτσα του CNN δεν βάζουν το χέρι τους στη φωτιά πότε θα σταλούν τα επόμενα εντάλματα και ποιοί θα είναι οι επόμενοι που θα διωχθούν, όμως ήδη οι πρώτες διώξεις συνιστούν μοχλό πίεσης τόσο επί των τριών κατηγορουμένων όσο και επί εκείνων που ψυχανεμίζονται πως πλησιάζει η ώρα τους, προκειμένου να επιδιώξουν να συνεργαστούν με τις Αρχές για να τύχουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης. Διότι εκεί οι ποινές κάθειρξης εκτίονται.

 

Η απαγγελία κατηγοριών ήρθε νωρίτερα απ’ όσο αναμέναμε,βάσει της κοινής εμπειρίας παλαιότερων ειδικών ερευνών. Η ομάδα του Μύλλερ αποτελείται από εχέμυθες Σφίγγες, και οι όποιες διαρροές ποτέ δεν προήλθαν από κείνους, αλλά συχνότερα από συνηγόρους των εξεταζόμενων υπόπτων ή μαρτύρων, κι από το διάτρητο Κογκρέσο, οι έρευνες του οποίου κατά καιρούς απαιτούσαν να λάβουν γνώση τμημάτων της έρευνας Μύλλερ. Η είδηση της Παρασκευής αιφνιδίασε άπαντες, ακόμα και τον Λευκό Οίκο, αν λάβουμε υπόψη τις συχνές μομφές κατά της έρευνας του Μύλλερ από πλευράς της Σάρα Χάκαμπυ Σάντερς, κόρης του Μάικ Χάκαμπυ, η οποία κατέστη προσφάτως κι επικεφαλής εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, μια σχετικά ακατάλληλη για το πόστο κυρία που σχεδόν ποτέ δεν εκπνέει χωρίς να ευτελίζει τον δημόσιο λόγο. Η Σάντερς συχνά πυκνά έψεγε την έρευνα Μύλλερ πως δεν έχει αποδώσει τίποτα και πως αντιθέτως κατέστη ένα τιποτένιο κυνήγι μαγισσών. Σε τούτο, όπως και σ’ άλλα, έπεσε έξω, και όπως ενδεικνύουν οι πρόσφατες διώξεις τω τελευταίων ημερών, ο Μύλλερ μάλλον εφαρμόζει μια στρατηγική «κυλιόμενης διερεύνησης», τουτέστιν αντί να ολοκληρώσει στο σύνολό της την έρευνά του, και κατόπιν να προβεί σε μια πολυσέλλιδη έκθεση που κανείς δεν θα διαβάσει και κάποιες διώξεις, τύπου Κένεθ Σταρ, αν θυμάστε τον ειδικό ανακριτή-Ιαβέρη επί Μπιλ Κλίντον που διερεύνησε το σκάνδαλο Λιουίνσκι (Λεβίνσκι τη λεγαμε εδώ στην Ελλάδα, ωχ Παναγία μου με τ’ αγγλικά μας), ο Μύλλερ προτιμά να κλείνει κύκλους έρευνας με κάποιες συγκεκριμένες διώξεις, που θ’ ακολουθούνται από περιόδους σιωπηρής εργασίας, και μετά πάλι από νέες διώξεις, κ.ο.κ., όπως εάν διερευνούσε υποθέσεις οργανωμένου εγκλήματος ή καρτέλ ναρκωτικών, κατά την ανάλυση του Axios (εδώ).

 

Η κάπως έμμεση αντίδραση του Τραμπ στις φήμες της Παρασκευής ήρθε μέσα από καταιγίδα από νυχτερινά τουίτς που έπεσαν στο κενό, και που φανέρωναν μάλλον αβεβαιότητα, προχειρότητα, και κάποια αμηχανία. Σ’ αυτά επιχείρησε να χαλκεύει μια νέα έκδοση παλιών φημών που ο ίδιος είχε κάποτε κυκλοφορήσει, πως το πραγματικό σκάνδαλο συμπαιγνίας κάποιου προεδρικού υποψηφίου με τους Ρώσους βαρύνει όχι τον ίδιο αλλά την Χίλαρυ Κλίντον και τους Δημοκρατικούς (λεπτομέρειες εδώ), αποπειρώμενος να κρατήσει στο προσκήνιο της επικαιρότητας την είδηση—που ήταν κάπως αναμενόμενη και δεν εξέπληξε κανέναν—ότι ο φάκελος με τις «βρωμιές» του Τραμπ που συνέταξε ο Βρετανός τέως μυστικός πράκτορας Κρίστοφερ Στηλ έλαβε μερική χρηματοδότηση από το Δημοκρατικό Κόμμα και την εκστρατεία της Χίλαρυ, μέσω ενός δικηγόρου, του Μαρκ Ελιάς ο οποίος προσέλαβε την εταιρεία Fusion GPS με την εντολή να συνεχίσει τις έρευνες στο παρελθόν του Τραμπ (αυτό που λέγεται “oppo”, δηλαδή “opposition research” και που συμβαίνει διαρκώς στις ΗΠΑ), έρευνες που είχε ξεκινήσει έπειτα από παραγγελία ενός από τους λοιπούς δεκαέξι ρεπουμπλικανούς υποψηφίους που όμως στη συνέχεια παράτησε την κούρσα του προεδρικού χρίσματος (διαβάστε εδώ).

 

Ακόμα σοβαρότερη, όμως, για το Δημοκρατικό Κόμμα ήταν η είδηση που έβγαλαν στις 24 Οκτώβρη η The Washington Post (εδώ) και το Politico (εδώ), για την ανάμιξη του μεγαλο-λομπίστα των Δημοκρατικών Τόνυ Ποντέστα, συλλέκτη έργων τέχνης, μεγαλοδωρητή του κόμματος, και κυρίως αδελφού του Τζων Ποντέστα, που ήταν επί δεκαετίες ο εξ απορρήτων και προσωπάρχης των Κλίντον, ανάμιξη σε ζητήματα που εξετάζει στην ίδια έρευνά του ο Ρόμπερτ Μύλλερ. Ο Τόνυ Ποντέστα παραιτήθηκε απ’ την εταιρεία του, χθες αν δεν κάνω λάθος, όταν κατέστη γνωστό πως είχε δραστηριοποιηθεί μαζί με τον Πωλ Μάναφορτ στην Ουκρανία με μια μη κερδοσκοπική οργάνωση που τιτλοφορείτο «Ευρωπαϊκό Κέντρο για μια Σύγχρονη Ουκρανία» (“European Centre for a Modern Ukraine”). Μολονότι δεν υπάρχει ακόμη κάποια ένδειξη πως επίκειται δίωξή του για κάτι παράνομο, ή καν εάν υπάρχει κάτι παράνομο στη δράση της οργάνωσης αυτής (εδώ ανάλυση για το θέμα), η τοξικότητα του ονόματος Μάναφορτ προκάλεσε την παραίτηση του Τόνυ Ποντέστα, όπως είθισται στις ΗΠΑ για κάθε επιχειρηματία που σπεύδει ν’ απεμπλέξει την επιχείρησή του απ’ τον ίδιο του τον εαυτό του όταν βρεθεί δικαστικά διερευνούμενος. Σε κάθε περίπτωση, τραβώντας απ’ τα μαλλιά τη σύνδεση του Τόνυ Ποντέστα με τους Κλίντον δια του αδερφού του,Τζων, και υπενθυμίζοντας πως ο Ποντέστα είχε συνεργαστεί κάποτε με τον διωκόμενο Μάναφορτ, ο Τραμπ βλακωδώς λησμονεί πως ο ίδιος συνδέεται με τον τοξικό Μάναφορτ πολύ στενότερα, κι όσοι ζουν σε γυάλινα σπίτια καλό είναι να μην πετούν πέτρες, όπως πάει μια αμερικάνικη παροιμία (που μόλις μετέφρασα με θράσος και χωρίς να μιλήσω για καμήλες και ουρές στο ΙΚΑ).

 

Όπως υπογράμμισε ο Τζων Κάσιντυ στην ανάλυσή του στο The New Yorker, (εδώ), η μόλις πεντάμηνη έρευνα του Μύλλερ έχει ήδη αποφέρει ένα πρώτο σύνολο από κατηγορίες που απαγγέλθηκαν εναντίον συγκεκριμένων προσώπων, κάτι που φανερώνει πως, τουλάχιστον συγκρινόμενη με πρόσφατους ειδικούς ανακριτές, η δική του έρευνα προχωρά πολύ γοργά, γεγονός που επιβεβαώνει τη φήμη του Μύλλερ ως κάποιου που δεν χρονοτριβεί. Τώρα που ξεκίνησε τις συλλήψεις, δεν διαθέτουμε ενδείξεις πως θα σταματήσει, κι αυτό είναι ακριβώς το μήνυμα που θέλει να περάσει.  Σε τούτα, όμως, να συμπληρώσω εγώ τα πολύ φρέσκα δημοσιεύματα που επαναφέρουν την ανησυχία πως εάν πιεστεί πολύ, ο Τραμπ ίσως απολύσει τον ειδικό ανακριτή (διαβάστε εδώ κι εδώ), φόβοι που είχαν εκφραστεί και κατά το παρελθόν, καθώς μια τέτοια ενέργεια ίσως να πυροδοτούσε συνταγματική κρίση στις ΗΠΑ, ίσως πάλι κι όχι, αφότου το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα αλώθηκε απ’ το σύστημα Τραμπ και ψιλοσωπαίνει (ανάλυση, που δημοσιεύθηκε την επομένη του παρόντος άρθρου), με μόλις τρεις μέχρι τώρα εξαιρέσεις στη Γερουσία.

Leave a comment

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.