Μανιφέστο

Απόγευμα Τρίτης στον κινηματογράφο Έλλη. Τα φώτα σβήνουν κι αμέσως η οθόνη γεμίζει με μερικά από τα ονόματα των πιο σπουδαίων διανοητών, σύγχρονων και διαχρονικών. Το κάθε όνομα γεμίζει ολόκληρη η οθόνη με τεράστια λευκά γράμματα, κι εναλλάσσεται αστραπιαία με ένα τελείως διαφορετικό βλέμμα/ρόλο της Κέιτ Μπλάνσετ. Η εκπληκτική μουσική επένδυση της έναρξης, παίζει κι εκείνη έναν σημαντικό ρόλο, αυτόν του συγχρονισμού, προκαλώντας μια απρόσμενη σύγχυση στο νου, λίγο πριν η κάμερα πετάξει ελαφριά σαν πούπουλο πάνω από ένα ερειπωμένο εργοστάσιο. Ανάμεσα στα συντρίμμια περπατάει μία μορφή που σέρνει ένα καροτσάκι κι έχει συντροφιά της ένα σκύλο. Ακολουθούμε αυτή τη σκιά ενώ την ίδια ώρα ακούμε το πρώτο "μανιφέστο" ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα που καταρρέει με εκκωφαντικό τρόπο, προκαλώντας αλυσιδωτές κοινωνικές εκρήξεις κι οικονομικές καταστροφές οι οποίες μας έχουν ήδη οδηγήσει σε ένα από τα σκοτεινότερα και πιο επικίνδυνα μονοπάτια της σύγχρονης παγκόσμιας ιστορίας. Με λίγα λόγια, το κινηματογραφικό πείραμα του Γιούλαν Ρόζεφελντ δεν αφήνει κανένα περιθώριο στους θεατές να προετοιμαστούν για τον πολιτικό, κοινωνικό, πνευματικό και καλλιτεχνικό καταιγιστικό κατηγορώ που ακολουθεί.
 
Η ταινία δεν έχει αρχή, μέση και τέλος. Είναι μία δίνη που σε παρασέρνει αμέσως και σε στριφογυρίζει ανεξέλεγκτα. Αυτό βοηθάει στο να χάσεις μεμιάς την αίσθηση του χρόνου και να αφεθείς αβίαστα στο δοκιμιακό ταξίδι του δημιουργού. Συνταξιδευτής μας σ' αυτήν την εμπειρία είναι η εκπληκτική Κέιτ Μπλάνσετ, η οποία ερμηνεύει δώδεκα (ή δεκατρείς) διαφορετικούς ρόλους. Ίσως η πιο εντυπωσιακή πολυποίκιλη ερμηνεία της μέχρι σήμερα πορείας της. Κάθε ρόλος αντιστοιχεί και σε ένα διαφορετικό φίλτρο ερμηνείας της σημερινής κατρακύλας. Μαζί με την ηθοποιό αλλάζει και το περιβάλλον. Από τον άστεγο που περιφέρεται σε ένα γκρεμισμένο εργοστάσιο, μεταφερόμαστε σε μία μεσήλικη υπάλληλο ενός εργοστασίου επεξεργασίας απορριμάτων κι από μία επιστήμονα που εργάζεται σε ένα ερευνητικό κέντρο σε μία δασκάλα που αποβλακώνει τους μαθητές της. Ας τα πάρουμε όμως με μία σειρά

 

 
Το βασικό νόημα της ταινίας είναι τόσο περίπλοκο όσο είναι κι η καθημερινότητά μας. Ζούμε σε μία κοινωνία πολυπρόσωπη και γεμάτη διαφορετικά οικονομικά επίπεδα και κοινωνικές κάστες. Όσο πιο πολύ χρήμα έχεις στη τσέπη τόσο πιο θολά βλέπεις γύρω σου. Δεν είναι τυχαίο πως ο άστεγος προειδοποιεί έξαλλα τον θάνατο της σημερινής κοινωνίας κι απαιτεί την πλήρης αποδέσμευση της Τέχνης από την μπουρζουαζία και την αστική τάξη ενώ την ίδια στιγμή παρακολουθούμε μία εικαστικό τέχνης η οποία έχει οργανώσει ένα γκαλά και δέχεται τα χειροκροτήματα των υψηλών καλεσμένων της αφού πρώτα έχει εκφωνήσει έναν ξύλινο λόγο υπαρξιακής κενότητας για έργα μηδενικής καλλιτεχνικής αξίας. 
 
Δυστυχώς η Τέχνη έχει γίνει υποχείριο των πλουσίων κι οι περισσότεροι καλλιτέχνες δεν κάνουν τίποτα παραπάνω από το να υπακούν πλούσιους μεγαλοαστούς που μπορούν να τους προσφέρουν μία εφήμερη αναγνωρισιμότητα και μία πρόσκαιρη οικονομική άνθηση. Ζούμε λοιπόν στην καλλιτεχνική περίοδο των δημοσίων σχέσεων και του γλειψίματος. Αυτό έχει ως συνέπεια η Τέχνη να παύει να λειτουργεί ως μοχλός κοινωνικής αφύπνισης αλλά ως ένδειξη της ηθικής και πνευματικής μας κατάπτωσης.
 
Γιατί όμως η Τέχνη έχει χάσει το νόημά της; Η ταινία μας δίνει την απάντηση μέσα από διάφορα παραδείγματα. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής, οι πόλεις που ζούμε, το εργασιακό μας περιβάλλον κι οι ανθρώπινες σχέσεις είναι αυτές που έχουν φέρει την σημερινή παρακμή. Οι μηχανικές εργασιακές μας δραστηριότητες έχουν περιορίσει αισθητά την κριτική σκέψη και τους εσώψυχους προβληματισμούς, μετατρέποντάς μας σε ψυχρά ρομπότ με σάρκα κι οστά. Τα αποστειρωμένα εργασιακά μας περιβάλλοντα έχουν αποκόψει κάθε ανθρώπινη επαφή, μ' αποτέλεσμα να επικρατεί μία ύπουλη επικοινωνιακή σιωπή. Η θρησκεία είναι επίσης ένα χρόνιο ναρκωτικό που έχει επιφέρει την πνευματική αποχαύνωση όσων κυριεύονται από αυτήν. Είναι η νέα γενιά που μεγάλωσε κάτω από την καταπίεση των γονέων και δε ξέρει πως να διαχειριστεί την οργή που βράζει μέσα της. Είναι το εκπαιδευτικό σύστημα που κόβει απότομα την φαντασιακή έξαρση των παιδιών και τα προετοιμάζει  στα περιορισμένα πλαίσια του σύγχρονου κοινωνικού μοντέλου με τα κατάλληλα "πρέπει" και "δεν πρέπει". Είναι η τηλεόραση και τα υπόλοιπα μέσα μαζικής ενημέρωσης τα οποία προσπαθούν να θολώσουν με την ψεύτικη λάμψη τους την προσωπική άποψη του κοινού. Είναι τα ανέραστα ζευγάρια που δημιουργούν άχρωμους κι άοσμους απογόνους. Είναι οι ονειροπόλοι που σιωπούν απέναντι στη μαζική αδιαφορία κι έτσι καταφεύγουν σε ένα στρατό από μινιατούρες για να καλύψουν την ανυπόφορη μοναξιά τους. Είναι οι καριερίστες που ενθουσιάζονται με την ταχύτητα των εξελίξεων και τον εκμηδενισμό του χρόνου, χωρίς να συνειδητοποιούν πως μ' αυτόν τον τρόπο φτάνουν πολύ πιο σύντομα στο θάνατο. Είναι οι πλούσιοι που ζουν μέσα στον χλυδάτο τους βούρκο. 

 

 
Η αλλαγή των προσώπων οδηγεί και στην παρουσίαση μιας άλλης ιδεολογίας που προσπαθεί να πατήσει στην προηγούμενη, αναδεικνύοντας της ατέλειές της κι υποσχόμενη για την επίγεια σωτηρία της ανθρωπότητας. Κι όμως κάπου κολλάει το σύστημα κι η επανάσταση δεν έρχεται ποτέ. Αυτό όμως μπορεί να σταθεί λόγος για να σταματήσουμε να ελπίζουμε στο να αγωνιζόμαστε; Φυσικά κι όχι. Σκοπός είναι να δημιουργούμε αφού πρώτα σκάψουμε βαθιά μέσα μας για να βρούμε αυτό που μας καίει. Για να βρούμε τον χαμένο μας εαυτό.  
Εδώ όμως προκαλούνται άλλα ερωτήματα. Μπορείς να κατηγορήσεις την Τέχνη μέσα από την Τέχνη ή χρησιμοποιούμε τη φράση "ο σκοπός αγιάζει τα μέσα"; Πόσο ειλικρινής είναι η στάση του δημιουργού στα όσα πιστεύει  και δηλώνει μέσα από το έργο του; Η αλήθεια είναι πως στους τίτλους τέλους ανέφερε όλες τις πηγές του κάτι που φανερώνει τη μελέτη που έχει πέσει στα παρασκήνια της ταινίας. 
 
Από την άλλη η ταινία είναι προσιτή για όλο το κοινό ή απευθύνεται μόνο σε ένα συγκεκριμένο σκεπτόμενο κοινό, επιβεβαιώνοντας την φασιστική ρήση αρκετών κομπλεξικών καλλιτεχνών πως η Τέχνη είναι για λίγους; 
 
Αυτά είναι δυο βασικά ερωτήματα που μου προκάλεσαν αμφιβολίες σχετικά με τη φύση της συγκεκριμένης ταινίας. 
 
Παρ' όλα αυτά, αναγνωρίζω πως ο Τζούλιαν Ρόζεφελντ εντυπωσιάστηκε από το παίξιμο της Κέιτ Μπλάνσετ στον ρόλο του Μπομπ Ντίλαν που της ζήτησε να υποδυθεί όλους τους παραπάνω ρόλους. Αρχικά το έργο προοριζόταν για ένα εικαστικό installation που παιζόταν σε διάφορα καλλιτεχνικά φεστιβάλ ανά τον κόσμο, αλλά ο δυναμισμός του ήταν τόσο μεγάλος που ώθησε τον δημιουργό να το μοντάρει μετατρέποντάς το σε ταινία. Έτσι δημιούργησε ένα αυθεντικό μανιφέστο πλούσιο με τις σημαντικότερες καλλιτεχνικές, πολιτικές και κοινωνικές διακηρύξεις του 20ου αιώνα. 
 
Το Μανιφέστο είναι ένα από τα ομορφότερα αλλά και δύσκολα κινηματογραφικά δοκίμια των τελευταίων χρόνων. Και το δυνατό του σημείο δεν είναι τα καταιγιστικά κατηγορώ αλλά το σημάδι αισιοδοξίας που αφήνεται στο τέλος με την εκπληκτική και πρωτότυπη χορογραφία των παιδιών στο προαύλιο ενός σχολείου.


Βαθμολογία: 8/10

Leave a comment

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.