Ο κουραμπιές έχει κάτι το τριφτό. Θρυμματίζεται σχεδόν αμέσως στο στόμα ενώ εξίσου αμέσως απελευθερώνει ένα νέφος από άχνη που βάλθηκε να σε πνίξει.
 
Είναι κάπως διαβολικός, γιατί σου κρύβει όλη τη μοχθηρία του κάτω απ’ το πάλλευκο αγνό του χρώμα. Κι όμως όλ’ αυτό το βούτυρο μέσα του ξέρεις πως θέλει το κακό σου.
 
Κάποιες φορές έχει κι έναν πυρήνα από αμύγδαλο. Εξαιρετική απάτη, γιατί κάπως έτσι σπάνε τα δόντια: απροειδοποίητα.
 
Μετά, καθώς τον δαγκώνεις, απλώνεται παντού στο στόμα, και γεμίζει κάθε κενό του, σχηματίζοντας χωρίς κανείς να του τό ’χει ζητήσει ένα καλούπι των δοντιών σου και κάθε επιφάνειας των ούλων σου· ειδικά δε κολλάει στον ουρανίσκο σου. Είναι τότε που αρχίζεις να βλέπεις τη ζωή να περνά μπροστά απ’ τα μάτια σου, και ναι, τότε κατανοείς πόσο θλιβερός είσαι--και φταίει ο κουραμπιές γι’ αυτό. Ποτέ κάτι τέτοιο δεν συνέβη μ’ ένα προφιτερόλ. Γιατί; Διότι το προφιτερόλ σ’ αγαπάει.
 
Κανένα πλάσμα φαυλότερο απ’ τον αθώο κουραμπιέ των εορτών.
 
Απλά δεν υπακούει στη γλώσσα σου, που απελπισμένη τον κατευθύνει εδώ κι εκεί, κι αυτός πηγαίνει εκεί κι εδώ.
 
Σου ρουφά την ίδια στιγμή όλο το σάλιο, κι έτσι ψάχνεις απεγνωσμένα για νερό. Καμιά μάνα δεν κουβαλά νερό στον δίσκο με τους κουραμπιέδες. Είναι μια παγκόσμια συνωμοσία τους, όπως κι οι μπάμιες.
Δόλιε άνθρωπε, αν κάνεις το λάθος να πιεις μια γουλιά, όλο αυτό το διυδρογονικό μονοξείδιο θα καταλήξει πάνω σου, αφού δεν χωράει σταγόνα στο στόμα σου, όσο έχεις τον κουραμπιέ, και μαζί του θα γεμίσεις καί άχνη πάνω στη μαύρη μπλούζα που ασφαλώς θα φοράς ’κείνη την ώρα.
 
Διότι, όλον τον χρόνο μπορεί να φοράς ανοιχτά χρώματα, αλλά, να το ξέρεις, τη μέρα που θα βάλεις σκούρα, τότε θα σε κεράσουν κουραμπιέ. Έτσι για την αλητεία. Είναι βλέπεις ένας αλήτης εραστής που αφήνει πάντοτε τα σημάδια του πάνω σου--κάπως το γουστάρεις αυτό.
 
Ο κουραμπιές ξέρει να περιμένει, έχει υπομονή και απ’ όλα τα πλάσματα της πιατέλας των γλυκών, αυτό το υβριδικό θηρίο ξέρει να σε στέλνει στην άβυσσο της ενοχής.
 
Λες, γλυκό είναι. Κι είναι άγλυκο. Λες, είναι εύθρυπτο. Κι είναι πνιγηρό. Λες, είναι λευκό. Κι έχει μια μαύρη σαρκαστική ψυχή που χαίρεται να σε ξεφτιλίζει.
 
Διότι όταν πας να φας τον κουραμπιέ, είναι τότε ακριβώς που δεν λέει να κατέβει στον οισοφάγο, και τότε θα βρεθούν όλες οι θείες κι οι γειτόνισες να σου πιάσουν κουβέντα, να σε ρωτήσουν γιατί ακόμα δεν παντρεύτηκες και δεν έκανες παιδιά, κι ενώ παλεύεις στα μαρμαρένια αλώνια ν’ αρθρώσεις μια λέξη μέσα από σοβαντισμένα δόντια, και τελικά την εκφωνείς, αυτή ακούγεται σαν ονοματολογία οργανικών ενώσεων, μεθ αιθ προπ βουτ, κι επιπλέον είναι τότε που θα σε βγάλουν τ’ ανιψάκια και φωτό για να σε συνοδεύει μια ζωή στα σόσιαλ μίντια, με δυσαναλογικά παραφουσκωμένα τερατομάγουλα. Και με λεκέ από νερό ανάμικτο με άχνη.
 
Κάποια στιγμή τον καταπίνεις, κι είναι τότε, σ’ εκείνο το δευτερόλεπτο που η βαρύτητα τον κατεβάζει για εννιά ημέρες κι εννιά νύχτες σαν αμόνι στον Τάρταρο όπου είναι έγκλειστοι οι Τιτάνες, που σου ανοίγει ένα παράθυρο στο μυαλό σου, μια μοναδική ευκαιρία ν’ αναλογιστείς όλα όσα δικά σου υποχρέωσες τους άλλους να καταπιούν.
 
Βρωμερά μυαλά! Εννοούσα αφηρημένες έννοιες και συμπεριφορές. Έλεος κάπου: για έναν λευκό και πνιγηρό κουραμπιέ μιλούσα.
 

Leave a comment

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.