Τί είναι το μπουζί

Είναι κάπως δύσκολο να καταλάβεις από μόνος σου, χωρίς εξωτερική υπόδειξη από κάποιο πρόσωπο που μετρά η γνώμη του, το ψεγάδι που οι άλλοι τόσο εύκολα βλέπουν πάνω σου αλλά ψιλοαδιαφορούν να σ’ το πουν, ή νομίζουν πως το βλέπεις ήδη και το παραβλέπεις ηθελημένα—και τί λόγος να τους πέφτει άραγε για να σ’ το υποδείξουν; Έχει ο καθένας τα δικά του νιτερέσα να μεριμνήσει, και γιατί να κακοκαρδιζόμαστε;

 

Κι οι εξωτερικοί παρατηρητές, άλλωστε, ευλόγως υποθέτουν πως είσαι κι εσύ σε θέση ν’ αντιληφθείς τον εαυτό σου με τις ίδιες αισθήσεις και την ίδια παρατηρητικότητα που διακρίνουν εκείνους. Σε τί διαφέρεις; Κινείσαι κοντά στον μέσο όρο, είσαι κι εσύ ο μέσος άνθρωπος—αυτό το στατιστικό δείγμα ανθρώπου που δεν υπάρχει κι όμως όλοι υποθέτουν την ύπαρξή του, γιατί ως ρητορισμός βοηθά να δώσει κύρος σε κάθε τοποθέτηση που δεν έχει και πολύ βάθος· αλλά δες τί ωραία που ακούγεται: «Ο μέσος άνθρωπος...» και συνεχίζεις κατόπιν να κολλήσεις το κάθε υποκειμενικό, περιπτωσιολογικό σου συμπέρασμα που δεν έχει γενικό κύρος, αλλά δανείζεται τέτοιο κύρος όταν μπροστά του βάλεις το «ο μέσος άνθρωπος».

 

Το αντιλαμβάνεσαι, που λες, κάπως δύσκολα γιατί έχεις μεγαλώσει μ’ αυτό το πραγματούδι, έχει γίνει κομμάτι της ταυτότητάς σου αργά και σταθερά, σ’ ακολούθησε και καθόρισε τη συμπεριφορά σου σε μικρότερο κι ολοένα μεγαλύτερο βαθμό απ’ τα παιδικά σου χρόνια στα εφηβικά και στην ενηλικίωση, κι έχεις βρει πετυχημένους τρόπους—νομίζεις, δηλαδή, πως έχεις βρει τέτοιους, πετυχημένους τρόπους—να παρακάμπτεις τα εμπόδια που σου βάζει. Είν’ εμπόδια που παραγνωρίζεις την ύπαρξή τους, γιατί έτσι επιλέγεις. Τά ’χεις συνηθίσει κι αυτά, και νομίζεις πως είναι φυσιολογικά πραγματάκια της καθημερινότητας που όλοι αντιμετωπίζουν λίγο πολύ, τα ίδια ή παρόμοια.

 

Και κάπως έτσι συγχέεις για φυσιολογικό το επαναλαμβανόμενο. Εντάξει, δεν έχεις εντελώς άδικο, πείθεις τον εαυτό σου. Μια πλημμύρα που προκαλεί κατολίσθηση και παρασέρνει μαζί της και την άσφαλτο του επαρχιακού δρόμου είναι μια φυσιολογική καταστροφή που συμβαίνει κάθε τόσο όταν βρέχει το χειμώνα, σωστά; Όχι ακριβώς. Η πλημμύρα, βλέπεις, είναι πράγματι φυσιολογική, με την έννοια πως έχει την αιτία της στα μετεωρολογικά φαινόμενα της φύσης και στους γεωλογικούς σχηματισμούς που κουβαλούν το νερό της βροχής σ’ όλα τα λάθος μέρη, αλλά το να φτιάχνεις δρόμους χωρίς μέριμνα για τις κατολισθήσεις και χωρίς να λάβεις τις απαραίτητες προφυλάξεις για την εξασφάλιση της μακροημέρευσης του δημόσιου έργου, απ’ την αρτιότητα του οποίου εξαρτώνται οι κοινότητες των ανθρώπων που ζουν τριγύρω, αυτό δεν είναι φυσιολογικό, γιατί περνούσε απ’ το χέρι και το μυαλό τ’ ανθρώπινο να προβλεφθεί και ν’ αποτραπεί, αλλά τούτο δεν έγινε.

 

Η φυσιολογικότητα της προβληματικής σου συμπεριφοράς λειτουργεί κάπως έτσι. Κι από κάποια στιγμή κι έπειτα, αυτή η συμπεριφορά έχει ενσωματωθεί βαθιά μέσα στην ταυτότητά σου, και δεν έχει γυρισμό.

 

Η αλήθεια, όμως, είναι πως έχει γυρισμό. Μαθαίνεται ο γυρισμός, η μεταστροφή, όπως έχει μαθευτεί κι ο στραβός ο δρόμος πού ’χεις πάρει και σ’ έχει βγάλει κάπου όπου καραδοκεί η πλημμύρα για να σου προκαλέσει τη φυσιολογική σου κατολίσθηση και να σε πάρουν οι λάσπες μέχρι το βάθος της χαράδρας.

 

Γενικά πολλά μαθαίνονται. Αλλά για να τα μάθεις, το πρώτο βήμα είναι ν’ αντιμετωπίσεις την αποτρόπαιη ιδέα πως δεν τα ξέρεις όλα, κι άρα έχεις ακόμα περιθώριο να μάθεις κάτι.

 

Δεύτερο βήμα είναι νά ’χεις περίπου υποψιαστεί πως υπάρχει αυτό που ψάχνεις να μάθεις, και πως πρέπει κάπου να τ’ αναζητήσεις. Δηλαδή, νά ’χεις υποψιαστεί πως δεν είν’ όλα τέλεια, αλλά κάτι υπάρχει εκεί έξω που σου λείπει. Κι επιπλέον, πως θά ’ταν ωφέλιμο για σένα να το μάθεις, γιατί είν’ η απάντηση σ’ ένα ερώτημα που σ’ απασχολεί και πως αν λάμβανες απάντηση, αυτή ίσως και νά ’ταν το κομμάτι του παζλ πού ’λειπε.

 

Τρίτο βήμα είν’ όταν το μάθεις, ν’ αρχίσεις να τροποποιείς τη συμπεριφορά σου—γιατί αυτό πραγματικά είν’ η μάθηση: η τροποποίηση της συμπεριφοράς—αφήνοντας πίσω σου, με την αναμενόμενη οδύνη βέβαια, γιατί δεν πετάς έτσι εύκολα στην άκρη την ταυτότητά σου, όλα ’κείνα τα τρύπια σωληνάκια, τα λιωμένα καλώδια, τους διακόπτες, τα φαγωμένα γρανάζια, και τους ιμάντες μετάδοσης κίνησης, όλα τα κυκλώματα παλιάς τεχνολογίας που κουβαλούσες μέσα σου, και που ήταν λιγάκι δικές σου πατέντες, λιγάκι πρόχειρα μπαλώματα που με τον καιρό γινήκαν μόνιμα, λιγάκι εργοστασιακά μοντέλα με ημερομηνία λήξης πού ’χεις πια κατά πολύ υπερβεί, αλλά να, τό ’χες αγαπήσει το σαραβαλάκι.

 

Το σαραβαλάκι χωρίς τους αερόσακους, χωρίς το ABS, χωρίς τα νέα ελαστικά που κυκλοφορούν που δεν γλιστράνε στο χιόνι, χωρίς το καλό κλιματιστικό, χωρίς τα ηλεκτρικά παράθυρα, αλλά με ’κείνο το λεβιεδάκι που κάποιες φορές ξεκολλά και σου μένει στο χέρι, χωρίς το καλό ψυγείο και χωρίς τον καλό κινητήρα.

 

Μα θα πρέπει τελικά να μάθεις να οδηγείς ένα νέο αυτοκίνητο; Ναι, αλλά μαθαίνεται. Αναλογίσου το «ειδάλλως» που σε περιμένει: ειδάλλως θα καταλήξεις μ’ έν’ ακίνητο αυτοκίνητο στον πάτο μιας χαράδρας. Γιατί βρέχει συχνότερα απ’ όσο νομίζεις.

Leave a comment

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.