Αναδημοσιεύω παλιότερό μου άρθρο που σήμερα δυστυχώς δεν υπάρχει πια στο Διαδίκτυο, για λόγους που δεν έχουν να κάνουν με δική μου ευθύνη. Το άρθρο δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2017, κι αφορούσε το πρώτ στάδιο ακόμα τότε των περιπετειών του Προέδρου Τραμπ με τις διάφορες ανακριτικές επιτροπές κι Αρχές των ΗΠΑ.

 

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 31ης Μαΐου 2017, ο Πρόεδρος Τραμπ προέβη σε άλλο ένα τουίτ απ’ τα τόσα με τα οποία διαβοήτως πια μας καταιγίζει νύκτωρ [Σ.τ.Σ. αυτό το «νύκτωρ» είναι επίρρημα, όχι τριτόκλητο περιττοσύλλαβο ουσιαστικό, οπότε μην επιχειρήσετε να το κλίνετε, όπως κάποτε ένας γνωστός σαλονικιός βουλευτής]. Το τουίτ ήταν το ακόλουθο:

"Despite the constant negative press covfefe"

 

Αποδίδω στα ελληνικά: «Παρά τη διαρκή αρνητική covfefe του Τύπου».

 

Συνάμα με τ’ ακατανόητα που συνήθως γράφει σ’ απλά αγγλικά πεντάχρονου—κι εννοώ μ’ αυτό την τυχαία αλυσίδα λέξεων που τυπικά αραδιάζει με κάθε ευκαιρία—τούτη τη φορά η λέξη covfefe, που μάλλον ήταν μια εσφαλμένη γραφή του “coverage” (ειδησεογραφική κάλυψη) κι όχι του “coffee”, έδωσε την ευκαιρία στους περίπου τριαντα ένα εκατομμύρια followers του προέδρου κι όσους ακόμα ακολουθούν τους followers κι επίσης σε όλα τα ΜΜΕ κι επιπλέον σε κάθε άνθρωπο του πλανήτη μας με διαδικτυακή πρόσβαση κι έναν υπολογιστή, με τη μέθοδο της χιονοστιβάδας, να σχολιάσουν σε κάθε μήκος κύματος την λέξη, το πιθανό περιεχόμενό της, τη βαρύτητα του τουίτ ως ένδειξης για την πνευματική διαύγεια του προέδρου, και τόσα άλλα.

 

Όπως γνωρίζει η αρχισυντάκτριά μου εδώ στο φιλόξενο Editors.gr, παρακολουθώ με ενδιαφέρον όλες τις εξελίξεις της πολιτικής σκηνής των ΗΠΑ, κι όλο τής παραπονούμαι πως μέχρι να συντάξω και να δημοσιευθεί ένα σχετιζόμενο άρθράκι μου, αυτό έχει ήδη καταστεί ανεπίκαιρο από κάποια νέα πράξη στο δράμα που εκτυλίσσεται στον Λευκό Οίκο της Προεδρίας Τραμπ (белый Дом στα ρώσικα, μην ξεχνιόμαστε).

 

Όσο ο κόσμος των media και των social media ασχολείτο με την μυστηριώδη λέξη και τί θα μπορούσε εκείνη να σημαίνει αλλά και να συνεπάγεται, έπεφτε στα χέρια μου η αρθρογραφία και τα ρεπορτάζ για τις πέντε μεγάλες έρευνες που διεξάγονται από την κοινότητα της αντικατασκοπίας στις ΗΠΑ αλλά και τις επιτροπές του Κογκρέσου σχετικά με τις ενδεχόμενες υπόγειες συνδέσεις του Κρεμλίνου και παραγόντων του με στελέχη της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ αλλά και κατόπιν, δηλαδή προσωπικού πλέον του Λευκού Οίκου τους τελευταίους μήνες με Ρώσους αξιωματούχους, όπως ο ρώσος Πρέσβης Σεργκέι Κίσλιακ, τ’ όνομα του οποίου ξεπροβάλλει παντού εσχάτως, λ.χ. στο ψυγείο σας, πίσω από ’κείνο το γάλα πού ’χει λήξει, για κοιτάξτε να βεβαιωθείτε και πείτε μου. Κύρια πηγή μου για την παρακάτω προσέγγιση ήταν ένα εξαιρετικά χρήσιμο σχεδιάγραμμα που δημοσίευσε η The Washington Post.

 

Απ’ τις πέντες σοβαρές έρευνες, οι τέσσερις διεξάγονται από επιτροπές του Κογκρέσου: δύο από την Γερουσία (Senate Intelligence Committee και Senate Judiciary Committee) και δύο από τη Βουλή των Αντιπροσώπων(House Intelligence Committee και House Oversight Committee), ενώ η ε΄ λειτουργεί εκτάκτως υπό την εποπτεία του τέως διευθυντή του FBI Ρόμπερτ Μύλλερ Γ΄(Robert Mueller III, τ’ όνομα του οποίου ενίοτε προφέρεται κάπως σαν Μάλερ αν παρακολουθείτε την αμερικάνικη τηλεοπτική ειδησεογραφία που δυσκολεύεται με τα γερμανικά ονόματα), ο οποίος διορίστηκε ανεξάρτητος σύμβουλος του Υπουργείου Δικαιοσύνης (Special Counsel to the Department of Justice) από τον Ροντ Ρόζενστην (Rod J. Rosenstein), που είναι ο Αναπληρωτής Γενικός Εισαγγελέας (Deputy Attorney General), Υφυπουργός Δικαιοσύνης θα λέγαμε.

 

Ο Ρόζενστην, τέως Εισαγγελέας της Περιφέρειας του Μέριλαντ, και κομματικά ευέλικτος καριερίστας νομικός, ανεδείχθη σε παράγοντα με κάποια ισχύ πάνω στα ζητήματα της οργάνωσης των ερευνών σχετικά με τη ρωσική ανάμιξη στα εκλογικά και προεδρικά των ΗΠΑ, όταν ο προϊστάμενός του, Ρεπουμπλικάνος τέως γερουσιαστής και νεοδιορισθείς Γενικός Εισαγγελέας Τζεφ Σέσιονς (Jeff Sessions), Υπουργός Δικαιοσύνης με τα ευρωπαϊκά μέτρα, υποχρεώθηκε να αυτοεξαιρεθεί από κάθε ερευνητική πτυχή των ρωσο-τραμπικών επαφών, όταν ο Τύπος αποκάλυψε πως κι ο ίδιος διατηρούσε τέτοιες σχέσεις προεκλογικώς κι είχε επαφές που παρέλειψε ν’ αποκαλύψει κατά τη διαδικασία εξέτασης της υποψηφιότητάς του για το νέο του αξίωμα από την Επιτροπή της Γερουσίας που επιβλέπει κι εγκρίνει τους ανώτερους κυβερνητικούς διορισμούς.

 

Προς ικανοποίηση των υπηρεσιών ασφαλείας των ΗΠΑ, ο Ρόζενστην διόρισε με μία κίνηση ματ τον Μύλλερ στην επίμαχη, ανεξάρτητη πλέον έρευνα έπειτα από την πρόσφατη απόλυση του ζ’ Διευθυντή του FBI Τζέιμς Κόμεϋ (James Comey), με τον οποίον συνδεόταν υπηρεσιακώς στο παρελθόν και γνωριζόταν καλά. Ο επιλεγείς για το FBI απ’ τον Ομπάμα Τζέιμς Κόμεϋ, ρεπουμπλικάνος τέως Εισαγγελέας της Nότιας Περιφέρειας της Νέας Υόρκης αλλά και νομικός καριέρας με αδιαμφισβήτητη μέχρι προσφάτως φήμη αδέκαστου—στάθηκε, βλέπετε, αφρόνως ίσως μοιραίος για την εκστρατεία της Χίλαρυ Κλίντον—όπως όλοι οι διευθυντές του FBI θα υπηρετούσε κανονικά δεκαετή θητεία στη θέση του, όμως, ενάντια στην υπηρεσιακή παράδοση που εξασφαλίζει την ομαλή μετάβαση του FBI απ’ τον έναν πρόεδρο στον άλλο, εκείνος απολύθηκε απροειδοποίητα και παρά τις πρόσφατες περί του αντιθέτου προεδρικές διαβεβαιώσεις έπειτα απ’ την άρνησή του να δώσει όρκο αφοσίωσης στον Τραμπ αλλά και να καθησυχάσει τον πορτοκαλόχρωμο πρόεδρο με τις μικρές παλάμες πως οι έρευνες του FBI θα περατώνονταν σύντομα και μάλιστα δίχως παρενέργειες για τον Λευκό Οίκο, ειδικά στο ζήτημα του Μάικλ Φλυν (Michael Flynn), τέως προεδρικού Συμβούλου Ασφαλείας και υποστρατήγου ε.α. που εκτός των ρωσικών του επαφών και κάμποσων συναντήσεων και τηλεφωνημάτων με τον γνωστό και μη εξαιρετέο ρώσο Πρέσβη Σεργκέι Κίσλιακ, ήταν και μίσθαρνος πράκτορας της τουρκικής κυβέρνησης, κάτι που απέφυγε επιμελώς ν’ αποκαλύψει ενόρκως στην προρρηθείσα επιτροπή της Γερουσίας που εποπτεύει τους διορισμούς παραβιάζοντας έτσι σχετικό νόμο, υποχρεωθείς τελικώς να παραιτηθεί έπειτα απ’ τις δημοσιογραφικές αποκαλύψεις και την κατακραυγή, έστω κι αν η πρόφαση ήταν ότι είχε ξεγελάσει επ’ αυτού του ζητήματος τον Αντιπρόεδρο Πενς (κλικ εδώ, εδώ, κι εδώ, για να δείτε γιατί αυτό μάλλον δεν ισχύει). Ο Κόμεϋ, όχι μόνο αρνήθηκε να συμμορφωθεί προς τας πλαγίους υποδείξεις του προέδρου να κουκουλώσει την εμπλοκή Φλυν με τους ρώσους, αλλά τον πληροφόρησε πως οι έρευνες επρόκειτο να επιταχυνθούν, να επεκταθούν, και να ενταθούν, και τέλος ζήτησε να του διατεθούν επιπλέον πόροι κι ερευνητές προς τούτο. Αμέσως μετά, απελύθη.

 

Αυτήν τη στιγμή, όλα τα βλέμματα είναι στραμμένα στο έργο τούτης της ποινικής έρευνας υπό τον Μύλλερ, όχι μονάχα διότι στις επιτροπές του Κογκρέσου, όπως και στην ελληνική Βουλή, οι κομματικές προτεραιότητες και σκοπιμότητες τείνουν να οδηγούν τα πράγματα σε ατέρμονη τελμάτωση και άσκοπους ρητορισμούς, αλλά και διότι ο ίδιος ο Μύλλερ είναι εγνωσμένος νομικός, εξαίρετος τεχνοκράτης και αρχετυπικός γραφειοκράτης, χωρίς ουσιαστικές κομματικές δεσμεύσεις, κι ως ανεξάρτητος σύμβουλος έχει απεριόριστο εύρος κινήσεων και τεχνικά απεριόριστη πρόσβαση σ’ ό,τι ζητήσει, εάν βέβαια ξέρει πως αυτό το κάτι υπάρχει κάπου. Απέναντι στον Μύλλερ, η μόνη καταφυγή του Προέδρου Τραμπ θα ήταν είτε να τον απολύσει προκαλώντας κατακραυγή, ή να ζητήσει την αυτοεξαίρεσή του ως επικεφαλής της έρευνας για κάποιον τεχνικό λόγο δεοντολογίας [όπως λ.χ. ότι η νομική του εταιρεία, Wilmer Cutler Pickering Hale and Dorr LLP της Βοστώνης, έχει εκπροσωπήσει συμφέροντα της οικογένειας Τραμπ στο παρελθόν, συγκεκριμένα του γαμπρού του προέδρου και προεδρικού συμβούλου γι’ άπαντα τα θέματα του γαλαξία Τζάρεντ Κούσνερ (Jared Kushner) και του Πωλ Μάναφορτ (Paul Manafort), διευθυντή της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ για μικρό διάστημα, αμφοτέρων όντων εξ εκείνων που ελέγχονται για τη ρωσική παρέμβαση στα εκλογικά και μετεκλογικά πράγματα. Αυτό το ζήτημα δεοντολογίας όμως έχει ήδη ξεκαθαρίσει με πόρισμα ειδικών του Υπουργείου Δικαιοσύνης] ή τέλος να ζητήσει από τον Τζεφ Σέσιονς να καταργήσει συγκεκριμένα κεφάλαια από τον εσωτερικό κανονισμό του Υπουργείου Δικαιοσύνης που θεσμοθετούν τον διορισμό ανεξάρτητων συμβούλων επιφορτισμένων με ειδικές έρευνες. Της θέσης του καταργηθείσης, θα εξαφανιστεί και ο Μύλλερ, και μαζί του η έρευνα, που θα περάσει υπό τον έλεγχο κάποιου υπηρεσιακού παράγοντα εκ των ενόντων στο υπουργείο.

 

Οι τέσσερις έρευνες του Κογκρέσου, απ’ την άλλη, ασχολούνται με την εξέταση των πραγματικών περιστατικών σχετικά με παραβάσεις δεοντολογίας ή αμέλεια καθήκοντος, κι άλλα τέτοια παρόμοια.

 

Ας δούμε, λοιπόν, επιγραμματικά με τί ασχολείται η κάθε έρευνα, και τί περιθώρια κινήσεων διαθέτει.

 

Η ποινική έρευνα του Ειδικού Συμβούλου Μύλλερ εξετάζει τους ενδεχόμενους δεσμούς της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ με ρώσους παράγοντες, αλλά κι απόπειρες παραγόντων του περιβάλλοντος Τραμπ να παρεμποδίσουν τις έρευνες της Δικαιοσύνης—εδώ εντάσσεται κι ο ίδιος ο Τραμπ εξ αντανακλάσεως αλλά και για τις ίδιες τις δικές του παρεμβάσεις προς τον Κόμεϋ.

 

Η Επιτροπή Πληροφοριών της Γερουσίας (Senate Intelligence Committee) ασχολείται με ζητήματα ενδεχόμενης ρωσικής ανάμιξης στις εκλογές του Νοεμβρίου του 2016, και με ενδεχόμενη συμπαιγνία μεταξύ της εκστρατείας του Τραμπ και της Ρωσίας.

 

Η Δικαστική Επιτροπή της Γερουσίας (Senate Judiciary Committee) εξετάζει τις περιστάσεις που οδήγησαν στην παραίτηση τον τέως Σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας Μάικλ Φλυν, και ζητήματα διαρροών προς τα ΜΜΕ.

 

Η Επιτροπή Πληροφοριών της Βουλής (House Intelligence Committee) ερευνά ό,τι και η αντίστοιχη της Γερουσίας, αλλά και ζητήματα διαρροών προς τα ΜΜΕ.

 

Τέλος, η Επιτροπή Εποπτείας της Βουλής ερευνά τις επαφές του Φλυν με ρώσους αξιωματούχους, συμπεριλαμβανομένων και πληρωμών που ο ολιγοήμερος Σύμβουλος Ασφαλείας έλαβε εξυπηρετώντας τα συμφέροντα ξένων κυβερνήσεων.

 

Όλες οι έρευνες κινούνται ταυτόχρονα κι έχουν διαφορετικά αντικείμενα που σε σημεία τους επικαλύπτονται, όχι μονάχα επί της ουσίας αλλά κι ένεκα των εμπλεκόμενων προσώπων και χρονικών περιστάσεων κατά τις οποίες έλαβαν χώρα τα γεγονότα. Υποχρεωτικά, δηλαδή, θα δούμε πρόσωπα να καταθέτουν σε παραπάνω από μία έρευνες.

 

Οι επιτροπές που σχετίζονται με την αντικατασκοπία και τις πληροφορίες εθνικής ασφαλείας έχουν ευρύτερο αντικείμενο έρευνας και δυνατότητες διερεύνησης, και σ’ αυτές δεν ερευνάται όπως βλέπουμε άμεσα η δράση του Φλυν, μολονότι όπου προκύψει το όνομά του, και θα προκύψει, τούτο δεν θα παραγνωριστεί. Σε κάθε περίπτωση, ο ε.α. υποστράτηγος θα βρεθεί εκτός απροόπτου αντιμέτωπος με καταστάσεις που είτε θα τον στείλουν σε δικαστήριο για εσχάτη προδοσία κι ελάσσονες κακουργηματικές και πλημμεληματικές πράξεις, είτε θα τον υποχρεώσουν να έρθει σε συμβιβασμό με τις δικαστικές Αρχές, ώστε μ’ αντάλλαγμα ασυλία ή μειωμένη ποινή να φανερώσει ζωτικές πληροφορίες για όσα διαδραματίστηκαν.

 

Η πρόσβαση των ερευνητών στο οικείο πεδίο των αντικειμένων τους δεν διαφοροποιείται από επιτροπή σε επιτροπή μονάχα ένεκα των περιορισμών στις αρμοδιότητες της καθεμιάς έρευνας, αλλ’ εξαρτάται κι απ’ τον ζήλο των συμμετεχόντων σ’ αυτές, όπως κι απ’ τις κομματικές σκοπιμότητές τους. Απ’ αυτήν την άποψη, η ανεξάρτητη έρευνα του εμπειρότατου «γερακιού» Μύλλερ αναμένεται να είναι η βαθύτερη και πιο διεξοδική, μολονότι όλες τους δύνανται να ζητήσουν με ένταλμα την αποδιαβάθμιση εγγράφων, την διάθεση ηχογραφημένων συνομιλιών κι ηλεκτρονικών αρχείων, κάθε λογής τεκμήρια, αλλά και τις ένορκες καταθέσεις συνεργατών του Τραμπ και οιουδήποτε εμπλεκόμενου. Αναμένεται, λοιπόν, η έρευνα του Ειδικού Συμβούλου Μύλλερ να συγκεντρώσει τα περισσότερα και ουσιωδέστερα τεκμήρια και μαρτυρίες, αφού εκείνος μπορεί να αξιοποιήσει αυτενεργώντας ταχύτατα για την δική του έρευνα-ομπρέλα και όσα τεκμήρια προκύψουν κατά την δημόσια διερεύνηση των τεσσάρων επιτροπών, ενώ τα αντίστροφο, βάσει της κοινής εμπειρίας για τους ρυθμούς των επιτροπών του Κογκρέσου γενικά, ίσως να μην καταστεί τόσο εύκολο.

 

Ο Μύλλερ θα έχει την άμεση συνεργασία του FBI και ευρεία πρόσβαση σε ό,τι είχε συλλέξει κι επεξεργαστεί ο Κόμεϋ, οι πράκτορες του οποίου μπορεί να έχουν γενικά συντηρητικές πολιτικές τοποθετήσεις ως πρόσωπα, είναι όμως χωρίς εξαίρεση στελέχη καριέρας που ακολουθούν αυστηρά πρωτόκολλα εργασίας απ’ τα οποία τυχόν παρεκκλίσεις και δολιχοδρομίες είναι πρακτικά άγνωστες συμπεριφορές. Ο Μύλλερ αναμένεται ν’ ασκήσει ευρύτατα την αρμοδιότητά του να καλέσει με εντάλματα σ’ ένορκες καταθέσεις πολλούς απ’ τους κάθε λογής και κάθε βαθμίδας συνεργάτες κι ακολούθους του Τραμπ, κι η ψευδορκία ενώπιον ομοσπονδιακής έρευνας είναι πολύ σοβαρή, κακουργηματική υπόθεση στις ΗΠΑ. Διαθέτει επίσης δικό του ανεξάρτητο προϋπολογισμό, χρονοδιάγραμμα χωρίς τελικό ορίζοντα, κι έμπειρο προσωπικό ανεξάρτητο απ’ το Υπουργείο Δικαιοσύνης, που δεν διέθετε ο Κόμεϋ, λ.χ. βετεράνους νομικούς που είχαν ασχοληθεί με υποθέσεις όπως το σκάνδαλο Watergate που ώθησε σε παραίτηση τον αμερικανό Πρόεδρο Ρίτσαρντ Νίξον—αυτό το τελευταίο, εγώ ο πονηρός και κακόβουλος, το εξέλαβα ως προειδοποιητική βολή του Μύλλερ αλλά και του Ρόζενστην πως «μιας κι απέλυσες τον Κόμεϋ που σ’ ενοχλούσε τόσο, εμείς τώρα διαθέτουμε ειδικούς στο να ρίχνουν προέδρους. Καλό;»

 

Η Επιτροπή Πληροφοριών της Γερουσίας κι η αντίστοιχη της Βουλής (Senate Intelligence & House Intelligence Committee αντίστοιχα) εκτιμάται πως θα κινηθούν κάπου στη μέση όσον αφορά τη συγκέντρωση στοιχείων και την αποκάλυψη πτυχών των υποθέσεών τους, έχοντας την ευρύτερη δυνατή πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες μεταξύ όλων των επιτροπών του Κογκρέσου, γνώση των οποίων δύνανται να λάβουν κατόπιν σχετικού εντάλματος. Αυτό που θα πρέπει εδώ να σημειώσω είναι πως κάθε τέτοιο ένταλμα μπορεί να εκδοθεί από τη σχετική επιτροπή έπειτα απ’ την εξασφάλιση πλειοψηφικής συναίνεσης των μελών της. Σε αντίθεση με τον Μύλλερ που πράττει κατά πώς ο ίδιος κρίνει σκόπιμο, στις επιτροπές του Κογκρέσου κάθε παραχώρηση της μιας κομματικής μερίδας στην άλλη γίνεται ως τμήμα μιας περίτεχνης χορογραφίας κοινοβουλευτικών ισορροπιών και γι’ αυτό η κοινή εμπειρία ενδεικνύει πως τέτοια εντάλματα θα εκδοθούν με φειδώ, κι αναλόγως του ζήλου των μελών των επιτροπών—εντέλει αναλόγως του μέχρι πού θα ήσαν διατεθειμένοι να φτάσουν. Ευκολότερη θά ’ναι η άσκηση του δικαιώματός τους να καλέσουν μ’ ένταλμα πρόσωπα σ’ ένορκη κατάθεση, τα οποία όμως μπορούν να διαθέτουν στο πλευρό τους συνήγορο, που θα τους υποδεικνύει πότε να επικαλεστούν την προστασία της Ε΄ Συνταγματικής Τροποποίησης (The Fifth Amendment), η οποία επιτρέπει σε κάποιον μάρτυρα να μην απαντήσει σ’ ένα ερώτημα εάν κρίνει πως το περιεχόμενο της απάντησής του θα τον ενοχοποιούσε σ’ ενδεχόμενο δικαστικό αγώνα εις βάρος του.

 

Τέλος, η Δικαστική Επιτροπή της Γερουσίας κι η Επιτροπή Εποπτείας της Βουλής (Senate Judiciary & House Oversight Committee αντίστοιχα) θ’ ασκήσουν ευρύτερο αλλ’ όμως πιο επιφανειακό έλεγχο, συγκεντρώνοντας λιγότερα και πιο ανώδυνα τεκμήρια απ’ ό,τι οι Επιτροπές Πληροφοριών, μολονότι κι οι ίδιες ασφαλώς έχουν τη δυνατότητα έκδοσης ενταλμάτων, αλλ’ εντούτοις μικρότερη πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες.

 

Κάθε έρευνα θα μοιραστεί σε κάποιο βαθμό πληροφορίες με τις άλλες. Για παράδειγμα, το προεδρείο της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας ανακοίνωσε πως σκοπεύει να συνεργαστεί με τον Ειδικό Σύμβουλο Μύλλερ, και πως η προσδοκία τους είναι κι εκείνος να συνεργαστεί με την επιτροπή τους, ζητώντας δηλαδή αυτή η συνεργασία νά ’χει χαρακτηριστικά αμφίδρομης, quid pro quo ροής πληροφοριών.

 

Καθεμιά έρευνα όμως δύναται έτσι να παρεμποδίσει το έργο της άλλης, καθώς το Κογκρέσο έχει την εξουσία να παραχωρήσει υπό συνθήκες «μερική ασυλία» σ’ όσους καταθέσουν στις επιτροπές του, δηλαδή οι καταθέσεις τους δεν θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναντίον τους ενώπιον ενός ενδεχόμενου δικαστηρίου. Στο αμερικανικό δικαιικό σύστημα, εάν ένας εισαγγελέας κατέχει τεκμήρια σχετικά με την ίδια πληροφορία που όμως έχει εξαιρεθεί λόγω μερικής ασυλίας, κι αδυνατεί ν’ αποδείξει πως το τεκμήριό του προέρχεται από πηγή ανεξάρτητη της προστατευόμενης με ασυλία κατάθεσης, τότε δεν έχει την δυνατότητα να το επικαλεστεί, κι αυτό θα εμποδίσει την ποινική δίωξη του εμπλεκόμενου, αφού όλοκληρα κι ίσως μοναδικά τεκμήρια θα έχουν εξαιρεθεί.

 

Απ’ την άλλη μεριά, η βλάβη μεταξύ των επικαλυπτόμενων ερευνών μπορεί νά ’ναι αμφίδρομη, αφού μάρτυρες που ήδη έχουν καταστεί αντικείμενο της ποινικής έρευνας του Μύλλερ μπορεί ν’ αρνηθούν να καταθέσουν ενώπιον των επιτροπών του Κογκρέσου, υπό τον φόβο της αυτοενοχοποίησής τους, όπως ανέπτυξα ανωτέρω. Για παράδειγμα, ο τέως Σύμβουλος Ασφαλείας Μάικλ Φλυν έχει ήδη αρνηθεί να παραδώσει έγγραφα στην Επιτροπή Πληροφοριών της Γερουσίας, επικαλούμενος την προστασία της Ε’ Τροποποίησης.

 

Οι μη ποινικές έρευνες, δηλαδή εκείνες του Κογκρέσου (Γερουσία και Βουλή), ξεκίνησαν με βάση τη δημοσιογραφική αποκάλυψη της περιεκτικής έκθεσης όλων των αμερικανικών υπηρεσιών αντικατασκοπίας/πληροφοριών κι εσωτερικής κι εξωτερικής ασφαλείας, όπως και της ίδιας της απολυθείσας κατόπιν υπηρεσιακής Γενικής Εισαγγελέως Σάλλυ Γιέιτς (Sally Yates), έκθεσης που είχε παραδοθεί τόσο στον Πρόεδρο Ομπάμα όσο και στον ίδιο τον Τραμπ, αλλά ο δεύτερος την αγνόησε, σύμφωνα με την οποία ο ρώσος Πρόεδρος Πούτιν είχε διατάξει την ενεργή αλλά κεκαλυμμένη ρωσική ανάμιξη προς επηρεασμό της κοινής γνώμης στις ΗΠΑ ενόψει των αμερικανικών προεδρικών εκλογών. Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, οι επιτροπές, που στελεχώνονται από γερουσιαστές και αντιπροσώπους, μπορούν να καλέσουν μ’ ένταλμα σε δημόσια ένορκη κατάθεση οποιονδήποτε που το όνομα του έχει εμπλακεί άμεσα ή έμμεσα στις υποθέσεις. Το παραδοτέο όμως έργο τους θα είναι η σύνταξη (πολύτομων) πορισμάτων που κατά το σύνταγμα θα στείλει όσους βρεθούν υπεύθυνοι πράξεων ή παραλείψεων στο «δικαστήριο της κοινής γνώμης». Μολαταύτα, ειδικά για τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, δύο απ’ τα τέσσερα πορίσματα δύνανται να εκκινήσουν τις διαδικασίες καθαίρεσης του ενοίκου του Λευκού Οίκου. Τ’ αποτελέσματα των τεσσάρων ερευνών του Κογκρέσου θα είναι ανάλογα της φύσης των δύο Οίκων του Κογκρέσου, δηλαδή πολιτικά, ενώ του Ειδικού Συμβούλου θα είναι νομικό/ποινικό. Απ’ αυτό προκύπτει πως οι τέσσερις+μία έρευνες θα έχουν οι μεν πρώτες άλλα κριτήρια, η δε τελευταία άλλα κριτήρια περί του τί συνιστά κολάσιμη πράξη, αλλά και ποιά θα προκριθεί εκάστοτε ως η κατάλληλη τιμωρία της.

 

Η ποινική έρευνα υπό τον Μύλλερ ήταν η ίδια που είχε ξεκινήσει από το FBI υπό τον Κόμεϋ και δύναται ν’ απαιτήσει ένορκες καταθέσεις μ’ εντάλματα, κατεξοχήν δε διότι τυπικώς εκπορεύεται απ’ το ίδιο το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Εάν προκύψουν ποινικές ευθύνες, το σχετικό πόρισμά της θα οδηγήσει τους εμπλεκόμενους ενώπιον ποινικού δικαστηρίου με σώμα ενόρκων. Η έρευνα του Μύλλερ είναι νομική, λοιπόν, συγκεκριμένα ποινική βάσει του ομοσπονδιακού δικαίου, και θα εστιάσει την προσοχή της σε παραβιάσεις και παραβάσεις αυτού του τύπου κι όχι τόσο σε ανήθικες, ευρύτερα αντιδεοντολογικές ενέργειες. Πριν την ποινική δίωξη, όμως, το πόρισμα της έρευνας θα περάσει απ’ το γραφείο του τυπικώς προϊσταμένου Ρόζενστην, ο οποίος, τεχνικά μιλώντας, διατηρεί το περιθώριο να «στρογγυλέψει τις άκρες» του επί συγκεκριμένων ευθυνών όπως αυτές προκύψουν, αλλά τούτο μάλλον θα προκαλούσε κατακραυγή και θά ’χε σοβαρές πολιτικές επιπτώσεις.

 

Η Επιτροπή Πληροφοριών και η Δικαστική Επιτροπή της Γερουσίας, απ’ την άλλη, μπορούν να δημοσιεύσουν τα πορίσματά τους, τα οποία θα έχουν συνταχθεί βάσει πολιτικών κριτηρίων και αντίληψης περί των πολιτικώς ειωθότων, περί δεοντολογίας, και περί ηθικής και ανήθικης συμπεριφοράς. Δημόσιες δηλώσεις συγγνώμης συνήθως ακολουθούν εκ μέρους των εμπλεκόμενων, μια κάποια δημόσια αμηχανία που τους σβήνει για κάμποσα χρόνια απ’ τον δημόσιο πολιτικό στίβο, κι εκεί κάπου εξαντλείται το ζήτημα, αφού τα πορίσματα τέτοιων επιτροπών συνήθως ασχολούνται με πράξεις που δεν είναι απαραιτήτως παράνομες αλλ’ απλώς αμφίβολης φύσης ηθικώς, που προκαλούν έτσι το κοινό περί Δικαίου αίσθημα χωρίς να προσκρούουν άμεσα κι ευκρινώς σε κάποιο νόμο, αλλ’ είναι κυρίως πολιτικά απαράδεκτες. Πιο πολύ απ’ το ίδιο το πόρισμα, το έργο των επιτροπών παρουσιάζει ενδιαφέρον για το τί προκύπτει κατά τη διάρκεια των δημόσιων ακροάσεων, τί λογής τεκμήρια αποκαλύπτονται, και τί λογής τεκμήρια «καίγονται».

 

Μεγαλύτερη ίντριγκα παίζει με τα πορίσματα της Επιτροπής Πληροφοριών και της Επιτροπής Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων, τα πορίσματα των οποίων κυμαίνονται μεν στα ίδια άνευρα και χλιαρά επίπεδα προσδοκιών περί παραπτωμάτων δεοντολογίας, όπως τα ανάλογα της Γερουσίας, αλλ’ εάν ποτέ πρόκειται να εφαρμοστεί η διαδικασία καθαίρεσης ενός εν ενεργεία προέδρου, τότε αυτή εκκινεί από επιτροπές της Βουλής, και ειδικότερα από την Επιτροπή Κανονισμών και τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής (House Rules Committee και House Judiciary Committee), που λογικά θα ζητήσουν να λάβουν γνώση των πορισμάτων.

 

Το βάρος των πορισμάτων των πέντε ερευνών είναι ήδη αντικείμενο συζήτησης. Οι Δημοκρατικοί έχουν επισημάνει πως ο Μύλλερ είναι μεν ικανός νομικός, αλλά θεωρητικά το πόρισμά του θα περάσει, όπως είπα νωρίτερα, πρώτα απ’ το γραφείο του ρεπουμπλικάνου προϊσταμένου του, Ροντ Ρόζενστην, ενώ η νομική εταιρεία του Μύλλερ διατηρούσε επαγγελματικούς δεσμούς με τους Κούσνερ και Μάναφορτ, που ελέγχονται στο πλαίσιο της έρευνάς του, επηρεάζοντας στα μάτια ορισμένων την αμεροληψία του. Επιπλέον, επειδή οι Ρεπουμπλικάνοι ελέγχουν καί τους δύο Οίκους του Κογκρέσου, οι Δημοκρατικοί δεν φαίνεται νά ’χουν μεγάλες προσδοκίες αποκαλύψεων απ’ τις διαδικασίες των επιτροπών, εναποθέτοντας τις ελπίδες τους τελικώς στον Ειδικό Σύμβουλο αλλ’ όχι ασμένως. Αναλόγως, τώρα, πώς θα πολιτευθεί ο τελευταίος, η δική του έρευνα είτε θα μολυνθεί από την υποψία διαπλοκής και συγκάλυψης, είτε θα καταστεί φάρος ακριβοδίκαιης διαφάνειας.

 

Εκτός αυτών, οι επιτροπές δεν χαίρουν ισότιμα της εμπιστοσύνης των αιρετών τους μελών. Η Επιτροπή Πληροφοριών της Γερουσίας, λογουχάρη, με προεδρεύοντες τον Ρεπουμπλικάνο γερουσιαστή Ρίτσαρντ Μπερ (Richard Burr) απ’ τη Βόρεια Καρολίνα και τον Δημοκρατικό συνάδελφό του Μαρκ Γουώρνερ (Mark Warner) από τη Βιρτζίνια, χαίρει της εκτίμησης και των δύο κομμάτων ως απολύτως υπερκομματική, και είναι για πολλούς Δημοκρατικούς η πλέον αξιόπιστη. Στην Δικαστική Επιτροπή της Γερουσίας, πάλι, ο Ρεπουμπλικάνος Γερουσιαστής Τσαρλς Γκράσλεϋ (Charles Grassley) απ’ την Αϊόβα, έχει δημοσίως επικρίνει την έρευνα του FBI εγείροντας αμφιβολίες για την αξιοπιστία της, ισχυριζόμενος όμως κάποιες λογικές ακροβασίες, ότι δηλαδή η σύζυγος του προσωρινού διευθυντή Άντριου ΜακΚέιμπ (Andrew McCabe) συνδέεται στενά με την Χίλαρυ Κλίντον, ενώ ταυτόχρονα μέμφεται τον ερασιτεχνικό χειρισμό της υπόθεσης των emails της Χίλαρυ λίγες μέρες πριν τις εκλογές του 2016 απ’ τον τότε διευθυντή Τζέιμς Κόμεϋ. Η μεγάλη κωμωδία παίχτηκε μπροστά στις κάμερες στον κήπο του Λευκού Οίκου, όταν ο Ρεπουμπλικάνος πρόεδρος της Επιτροπής Πληροφοριών της Βουλής Ντέβιν Νούνες (Devin Nunes) από την Καλιφόρνια εμφανίστηκε να έχει μοιραστεί με τον ίδιο τον Τραμπ διαβαθμισμένες πληροφορίες που είχε συλλέξει η επιτροπή εις βάρος του στρατοπέδου Τραμπ. Στη συνέχεια υποχρεώθηκε σε αυτοεξαίρεση εν μέσω θύελλας αποδοκιμασιών απ’ τον Τύπο και καυστικών σχολίων από κωμικούς όπως ο Στήβεν Κολμπέρ, και το προεδρείο ανέλαβαν έκτοτε ο Ρεπουμπλικάνος Μάικλ Κόναγουεϊ (K. Michael Conaway) απ’ το Τέξας, κι ο Δημοκρατικός Άνταμ Σιφ (Adam Schiff) απ’ την Καλιφόρνια, που εργάζονται—κατά πώς φαίνεται—υπερκομματικά. Η κωμωδία συνεχίζεται με την Επιτροπή Εποπτείας της Βουλής, όπου ο κάπως κατώτερος των περιστάσεων προεδρεύων Ρεπουμπλικάνος Τζέισον Σάφετζ (Jason Chaffetz) απ’ τη Γιούτα πρόκειται να παραιτηθεί στα τέλη του Ιούνη, αφού με δηλώσεις και συμπεριφορές του μάλλον προσεταιρίστηκε την Αυλή του Τραμπ παρά μοιάζει διατεθειμένος να ελέγξει τα έργα της. Θ’ αντικατασταθεί από τον Τρέυ Γκάουντι (Trey Gowdy) απ’ την Νότια Καρολίνα.

 

Οι εκτιμήσεις είναι πως τόσο οι εργασίες αυτών των ερευνών όσο και μελλοντικών που ενδεχομένως ξεκινήσουν για οικονομικά ζητήματα της οικογένειας Τραμπ [κι εσχάτως του προσωπικού δικηγόρου του προέδρου, αλλά και του Μπόρις Έπστην (Boris Epshteyn) τέως του περιβάλλοντος του Τραμπ] και για τους δεσμούς της εκστρατείας του με ρώσους ολιγάρχες—ο Μύλλερ έχει ήδη φανερώσει με πλάγιους τρόπους ότι θ’ ακολουθήσει τη ροή του χρήματος (“follow the money”) που είναι ο ασφαλέστερος τρόπος να εντοπίσεις τις παρανομίες ενός αμερικανού δισεκατομμυριούχου—κατά πάσα πιθανότητα θ’ απαιτήσουν πολλά έτη ερευνών και παρασκηνιακών διακομματικών διαβουλεύσεων και παραχωρήσεων μέχρι την ολοκλήρωσή τους, που δεν θεωρείται διόλου βέβαιη. Κι όσο περνούν οι μέρες, εμπλουτίζεται ο βάλτος με νέα λύματα, όπως για παράδειγμα, μιαν υπόθεση που απασχολεί μονάχα την Δικαστική Επιτροπή της Γερουσίας και δεν είναι διόλου ρώσικη αλλά κινέζικη. Εδώ εμπλέκεται ο προρρηθείς προεδρικός γαμπρός Τζάρεντ Κούσνερ με κινέζους επενδυτές, στους οποίους φαίνεται να έχει τάξει αμερικανικές βίζες σε αντάλλαγμα για μπίζνες με την οικογένειά του, όπως φανέρωσε ο Γερουσιαστής Γκράσλεϋ.

 

Αυτά όλα είναι κάπως πιο κουραστικά να τα παρακολουθήσει κανείς απ’ ό,τι οι πλάκες που σπάμε στα social διερωτώμενοι τί πά’ να πει covfefe.

Leave a comment

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.