Το παπάκι

Και που λετε, εάν παιζόταν η ζωή μου απ’ το να διαβάσω επιτυχώς νότες, ή να καταδυθώ χωρίς φιάλες στην άβυσσο, ή έστω να εξορύξω έναν κουβά κάρβουνα, η έκβαση του εγχειρήματος θα 'ταν αβέβαιη
 
Αυτή η υποθετική σκέψη δεν έχει βέβαια καμία βαρύτητα, διότι τίποτα εξ αυτών δεν είναι πιθανό να μου απαιτηθεί ως αντάλλαγμα για τη ζωή μου.
 
Συμβαίνει όμως να κάνουμε κάμποσες σκέψεις για πράγματα που δεν είναι πιθανά να μας συμβούν, και τη στιγμή ή τις ώρες που μας ταλαιπωρούν αυτές οι σκέψεις για τ’ απίθανα, μας φαίνεται εντούτοις πως το περιεχόμενό τους είναι σχεδόν επικείμενο κι απειλητικό.
 
Κάποιες φορές οι άνθρωποι αγωνιούν για το υποθετικό μέλλον τους, για την ενδεχόμενη έκβαση του οποίου δεν διαθέτουν κανένα δεδομένο, παραγνωρίζοντας πως υπόθεση με την υπόθεση απομακρύνονται ολοένα και περισσότερο απ’ τα δεδομένα του παρόντος, που μπορεί να ενδεικνύουν μια εντελώς διαφορετική έκβαση και που θα ήσαν και τα μόνα ασφαλή, ώστε εξετάζοντάς τα να οδηγηθούν σε κάπως ασφαλή συμπεράσματα για το τί περίπου είναι εύλογο να τους επιφυλάσσει το μέλλον.
 
Αυτή η ανωτέρω αρχική σκέψη, που δεν έχει καμία βαρύτητα επειδή δεν πατάει σε ασφαλή δεδομένα του παρόντος, της κοινής εμπειρίας ή της κοινής λογικής, έχει πάνω κάτω την ίδια καμία βαρύτητα με τέτοιες σκέψεις που κάνουμε συχνά, κι οι οποίες συνιστούν αδικαιολόγητους φόβους κι ανησυχίες, σε κάποιο βαθμό, δηλαδή, εκδηλώσεις από φοβίες.
 
Για τον καθένα μπορεί να ’ναι διαφορετική η φύση, η έκταση, το περιεχόμενο, κι η πηγή της φοβίας του. Το κοινό τους χαρακτηριστικό, όμως, είναι πως οι αδικαιολόγητες ανησυχίες για το ούτως ή άλλως άγνωστο μέλλον τείνουν ν’ αποκτούν ισχύ μέσα μας επειδή παραγνωρίζουμε την πραγματικότητα, ή απλούστερα δεν την αντιλαμβανόμαστε με επάρκεια και πιστότητα προς την αντικειμενική αλήθεια.
 
Τί πάει να πει αυτό; Μπορούμε άραγε ν΄αντιληφθούμε την πραγματικότητα όπως αληθώς έχει; Ή την αντιλαμβανόμαστε μονάχα μέσα από νοητικές αναπαραστάσεις που φτιάχνουμε στο μυαλό μας για κείνην;
Λοιπόν, αυτό είναι ένα τεράστιο ερώτημα στη φιλοσοφία. Αλλά δεν χρειάζεται να φτάσουμε ώς εκεί. Μας αρκούν τα υποκειμενικά και μεροληπτικά δεδομένα που συλλέγουν οι αισθήσεις μας κι επεξεργάζεται η σκέψη μας. Το αντιληπτικό και συλλογιστικό τμήμα του μυαλού μας.
 
Η αδυναμία της σκέψης μας ν’ αναπαραστήσει μ’ εργαστηριακή ακρίβεια κάθε μικροσκοπική ψηφίδα της πραγματικότητας δεν μας στέλνει απευθείας στο συμπέρασμα πως επομένως είν’ απολύτως εύλογο να υποθέσουμε ότι η αντίληψή μας είναι δα τόσο ελαττωματική ώστε διόλου δεν θα μπορούσαμε ποτέ ν’ αντιληφθούμε πως αυτό το πράγμα τη μέση του δρόμου είναι όντως ένα πεσμένο δέντρο, κι άμα συνεχίσουμε θα πέσουμε πάνω του και θ’ ανατραπεί το αυτοκίνητό μας.
 
Φανταστείτε την πραγματικότητα σαν ένα παζλ. Καθώς το συνθέτουμε αρχίζει να συγκροτείται μια ατελής εικόνα. Το παζλ αυτό δυστυχώς δεν είναι σαν όλα τ’ άλλα, διότι διαρκώς έν’ αόρατο χέρι μας φέρνει και νέα κομμάτια, που διευρύνουν ατέρμονα την εικόνα, απ’ την οποία όχι μόνο λείπουν κομμάτια απ’ τα παλιά που ακόμα δεν προλάβαμε να τοποθετήσουμε, αλλά κι όσα επιπλεον νέα κομμάτια μας έχει φέρει το χέρι και καλούμαστε να τα λάβουμε κι αυτά υπόψη.
 
Στην πράξη δεν θα ολοκληρωθεί ποτέ το παζλ κι ας προσωράμε διαρκώς σε νέες εικόνες, όμως καθώς σχηματίζεται η ατελής σύνθεση, προκύπτει εντούτοις πως λογουχάρη το παζλ δείχνει ένα παπάκι, ένα δέντρο, ένα σπιτάκι, και μερικά ακόμα πράγματα. Το βλέπουμε το παπάκι, είναι κίτρινο, έχει κόκκινο ράμφος, έχει ωραία ποδαράκια πάπιας, μας λείπει βέβαια η ουρά του, αλλά τούτο δεν επιτρέπει σε καμία περίπτωση να ισχυριστούμε πως επειδή δνε έχιε ολοκληρωθεί το παπάκι άρα βλέπουμε έναν τυραννόσαυρο Ρεξ να χορεύει σάμπα με μια μαργαρίτα στο μικρούλι του χεράκι σε μια παραλία. Παραμένει ένα ημιτελές αλλά ξεκάθαρο παπάκι.
 
Μερικές φορές όμως αυτήν τη σχετική βεβαιότητα που εδράζεται πάνω στα έστω ελλειπή μας δεδομένα για κάποιους λόγους την πετάμε στην άκρη, επηρεασμένοι ίσως από ’ναν υπερβολικό σχετικισμό, κι αντικαθίσταται έτσι απ’ την αδικαιολόγητη αβεβαιότητα.
 
Η αβεβαιότητα ήταν ανέκαθεν ο μεγάλος εχθρός της ελευθερίας της ανθρώπινης σκέψης, τόσο πολύ ώστε φτιάχθηκε κι ειδική επιστήμη, η στατιστική, που ασχολείται με την ποσοστικοποίηση της βεβαιότητας υπό τον μανδύα των μετρήσιμων πιθανοτήτων. Εκτιμήσεις εκφράζονται και πάλι, αλλ’ ακούγονται πιο ασφαλείς.
 
Η αβεβαιότητα για το παρόν και το μέλλον παραλύει την σκέψη, κι είναι εκείνη που γεννά τους αδικαιολόγητους φόβους, όταν φυσικά δεν παίζει κάποια ψυχική διαταραχή. Νικημένοι απ’ την αβεβαιότητα επιλέγουμε να παραγνωρίσουμε τα υπαρκτά δεδομένα του παρελθόντος και του παρόντος που ήδη δείχνουν προς τα πού θα κινηθούν τα πράγματα, έστω στο περίπου, και φανταζόμαστε πως μια εντελώς αβάσιμη, άλλη έκβαση είναι εξίσου πιθανή.
 
Δεν είναι.
 
Η τυραννία της αβεβαιότητας μας απασχολεί και μας δεσμεύει σε συμπεριφορές που παρεμποδίζουν το πώς βιώνουμε το παρόν και τη ζωή μας, το πώς βιώνουμε τις συμπεριφορές των άλλων, και το πώς αντιλαμβανόμαστε τις προθέσεις τους. “Γιατί μου το ’πε αυτό τώρα; Τί μπορεί να εννοεί; Τί σκέφτεται πραγματικά για μένα; Πώς άραγε να εξέλαβε αυτό που έκανα; Λες να προσβλήθηκε; Τί σκοπεύει να κάνει τώρα; Έκανα άραγε μεγάλο λάθος; Θα μπορέσω ποτέ να επανορθώσω;”
 
Τέτοιες σκέψεις προκύπτουν μερικές φορές επειδή δεν έχουμε μάθει να γνωρίζουμε τα πράγματα και τις καταστάσεις γι’ αυτό που περίπου είναι, αν όχι γι’ αυτό που όντως είναι με την ανέφικτη εργαστηριακή ακρίβεια που είπα παραπάνω.
 
Δεν έχουμε μάθει να ζυγίζουμε τις περιστάσεις και το βάρος των λεγομένων και των πράξεων, των δικών μας και των άλλων εντός των συμφραζομένων τους. Κι έτσι, κάθε υποθετικό συμπέρασμα και σενάριο που προκύπτει με συλλογιστικά άλματα απ’ όσα εσφαλμένα αντιληφθήκαμε μας φαίνονται πιθανά, όσο ακραία κι αν είναι, γιατί δεν έχουμε εμπιστευθεί την ικανότητά μας να βλέπουμε ένα δέντρο και ν’ αποδεχόμαστε πως όντως είναι δέντρο.
 
Άλλες φορές βέβαια συμβαίνει κάτι άλλο: συμβαίνει να έχουμε υπερβολική, αδικαιολόγητη βεβαιότητα για την ορθότητα των αντιλήψεων και των συλλογισμών μας, και πως η δική μας αλήθεια είναι κι η μόνη αλήθεια. ΟΚ, εδώ περνάμε σε κάποιες όψεις της διαταραχής ναρκισσιστικής προσωπικότητας, οπότε θα τ’ αφήσω αυτό τώρα κατά μέρος.
 
Προκύπτει όμως πως τόσο η αβεβαιότητα που μας ταλαιπωρεί παρά τα δεδομένα της πραγματικότητας, όσο κι η αδικαιολόγητη βεβαιότητά μας για κείνην, η πρόσδεσή μας δηλαδή σε ατεκμηρίωτες εδραίες πεποιθήσεις, συνιστούν τυράννους της γνωστικής μας αυτοτέλειας, την αντιληπτικής μας δηλαδή επάρκειας. Είναι παρεμποδιστικές εκδηλώσεις της συμπεριφοράς μας που μας βλάπτουν.
 
Η προσήλωση στο μέτρο διδάσκεται.
 
Όπως διδάσκεται κι η προσήλωση στο μέτρο της αυτοπεποίθησής μας, της αυτοεκτίμησής μας, και στο μέτρο της εμπιστοσύνης που είναι εύλογο να έχουμε για αυτά που γνωρίζουμε, και για τις συμπεριφορές που κατόπιν προτιθέμεθα να εφαρμόσουμε βάσει των δεδομένων που συλλέγουμε.
 
Στο μέτρο αυτό ανήκει και μια υγιής αμφιβολία, που προκύπτει απ’ την αναπόδραστη βεβαιότητα πως όλο και κάποιες ψηφίδες θα μας λείπουν απ’ το παζλ, κι αυτό είναι ανεκτό και διόλου κακό, και δεν σημαίνει αναγκαστικά πως έχουμε ολωσδιόλου σφάλλει όταν απλά μας λείπουν κάποια δεδομένα. Όμως όταν βλέπουμε ένα παπάκι, είναι κάπως αδικαιολόγητο να υποθέτουμε πως μπορεί να ’ναι κάτι άλλο εκτός από παπάκι. Κι είναι αδικαιολόγητο να χτίζουμε κατόπιν προσδοκίες ή να τρέφουμε φοβίες για το μέλλον βάσει ενός αντιληπτικού κενού.
 
Κι εκτός από αδικαιολόγητο, μας παρεμποδίζει απ’ το να χαρούμε το τώρα.

Leave a comment

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.