Υπάρχει κάτι που δεν ξέρεις;

Υπάρχουν ερωτήσεις που δεν εκφράζουν απορία αλλά βεβαιότητα.
 
Μια τέτοια είν’ η ερώτηση που μου θέτουν πού και πού, «Υπάρχει κάτι που δεν ξέρεις;» και η παραλλαγή της, «Φαντάζομαι το ξέρεις κι αυτό, ε;»
 
Ποιό κίνητρο όμως βρίσκεται πίσω απ’ την ερώτηση;
 
Το κίνητρο δεν έχει να κάνει με κάποια βεβαιότητα για το εύρος των γνώσεών μου, αλλά με την προδιάθεση του προσώπου που ρωτά απέναντί μου.
 
Κάποιες φορές, δηλαδή, η βεβαιότητα για το τί μπορεί να γνωρίζω είναι μασκαρεμένη ειρωνεία, άλλοτε πάλι όμως είναι ειλικρινής θαυμασμός που επιλέγει αυτήν την υπερβολή, προκειμένου να με κολακεύσει.
Και δεν είναι μήτε θαυμασμός, αλλ’ αν ψάξουμε πιο βαθιά θα δούμε πως πρόκειται γι’ αγάπη που επιλέγει να εκφραστεί ως θαυμασμός, επειδή η αγάπη είναι τόσο μεγαλόκαρδη από μόνη της, ώστε ο ίδιος που ρωτά να προβάλλει επάνω μου κάποιαν αρετή δήθεν παντογνωσίας, επειδή διαθέτει πρώτα την αρετή της βεβαιότητας για την αυτοεικόνα του, την αρετή, δηλαδή, του να μην τον ενοχλήσει να με τοποθετήσει σ’ ένα βάθρο που ασφαλώς δεν μου αξίζει.
 
Έτσι ’ναι η αγάπη. Μοιράζεται τα δικά της πολύ άνετα χωρίς ιδιοτελή σκέψη κι αναγνωρίζει στον άλλον, σε μένα στο παράδειγμά μας, χαρακτηριστικά που ανήκουν στην ίδια και σε ’κείνον που θέτει το ερώτημα.
Η αγάπη δεν σκιάζεται απ’ την ανησυχία μην τυχόν εκφράζοντας θαυμασμό για κάποιον άλλον εγκαταστήσει έτσι μιαν εξουσιαστική κι ανισότιμη σχέση μεταξύ των δύο προσώπων, ενός, ας πούμε, που θαυμάζει κι ενός που δέχεται τον θαυμασμό.
 
Η αγάπη δεν θα σου πει ποτέ, λογουχάρη, «Θα σου έθετα ένα ερώτημα, αλλά δεν θα το ξέρεις, γιατί το επιστημονικό σου αντικείμενο είναι άλλο»—εκτός αν κάνει πλάκα, βέβαια, και γελάσαμε κι αγκαλιαστήκαμε και το απαντήσαμε ούτως ή άλλως. Αυτή θα ήταν η διατύπωση που θα ικανοποιούσε μια ψυχή μ’ ελλείμματα που προκειμένου να γεμίσουν θα ’πρεπε πρώτα ν’ αδειάσει τους άλλους από αξία.
 
Η αγάπη δεν θα το έθετε έτσι γιατί δεν νοιάζεται για εκπαιδευτικές περγαμηνές, όχι επειδή αυτές δεν έχουν αξία, αλλά γιατί διαθέτει την ενήλικη ωριμότητα να μην τα βλέπει όλα σαν έναν πόλεμο σύγκρισης κι επικράτησης, κι όταν σε αντικρίζει βλέπει έναν άνθρωπο που δεν είναι μονάχα το άθροισμα των περγαμηνών του. Τον αναγνωρίζει ως ένα άγνωστο άπειρο κι αισθάνεται την ανάγκη να το εξερευνήσει. Όταν συναντά ένα δάσος η αγάπη δεν λέει μέσα της, «Ωραία, ας μην αφήσω δέντρο όρθιο κι ας φτιάξω ξυλοπολτό για συναρμολογούμενα έπιπλα», αλλά «Θαυμάσια! Ένα δάσος: ας το ερευνήσω και ας το απολαύσω.»
Και τούτο γιατί η αγάπη είναι βέβαιη για τον εαυτό της και δεν φαντάζεται πως έξω απ’ αυτήν υπάρχουν τίποτ’ άλλα στοιχεία προσωπικότητας που θα μπορούσαν να τη θαμπώσουν και να της αφαιρέσουν αξία. Συνάμα, η αγάπη έχει περίσσευμα που δεν φοβάται να το μοιραστεί κι έτσι να το πλησιάνει.
 
Όταν ακούω να μου λένε πως δεν υπάρχει κάτι που η μετριότητά μου να μην ξέρει, σκέφτομαι πως εκείνος που το λέει γνωρίζει ήδη πολύ περισσότερα από μένα, και δεν του πάει ο νους ότι θα γνώριζα λιγότερα, όπως όταν είσαι στο φως του ήλιου δεν πάει ο νους σου πως υπάρχει κάτι ωραιότερο απ’ το φως και θες να μοιραστείς και μ’ άλλους τον ενθουσιασμό σου γι’ αυτό. Πού χώρος για να συλλογιστείς τα σκοτάδια της αβύσσου;
 
Όταν λοιπόν ακούσετε ποτέ κάποια ερώτηση που να εκφράζει βεβαιότητα κι όχι απορία, και δεν πρόκειται για ειρωνεία αλλά για θαυμασμό, τότε κάποιες φορές αυτή η ερώτηση μπορεί να προκύπτει από αγάπη που ’ναι βέβαιη για τον εαυτό της κι αναζητά την όμοια βεβαιότητα σε σας.

Leave a comment

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.